Κυριακή, 28 Ιουνίου 2020

Το τελευταίο πηγάδι (Μέρος Β')


 Τάρτι 1980


Του Παναγιώτη Αγιακάτσικα
Το καλοκαίρι πια που μας ήρθε, είχαμε νερό, αλλά και μεγάλο φόβο απ’ αυτό το γεγονός, όταν βάζαμε μπρος τη μηχανή για να γεμίζουμε τη χαβούζα, να ποτίζουμε και να έχουμε νερό να πίνουμε. Εσωτερικά ήταν πολύ όμορφο να κοιτάς το κυκλικό χτίσιμο της πέτρας που είχε κάνει ο μάστορας, αλλά ο φόβος διπλασιάστηκε όταν είδαμε ανάμεσα στις πέτρες λαφιάτες που κυνηγούσαν σπουργίτια που φώλιαζαν και ποντίκια.
Πολλοί έμαθαν ότι το νερό ήταν καλό και εύγευστο και μας ζητούσαν να τους δώσουμε και εμείς με μεγάλη χαρά, δίναμε για να ξεδιψάσει κανένας επισκέπτης ή για να γεμίσουν τα μπετόνια τους. Το συνεργείο από το ράντισμα ερχόταν και έκανε παρασκευαστήριο εδώ. Ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχαμε ή τηλέφωνο, αλλά από μόνο του το νερό έδωσε ζωή και πρασίνισε το κτήμα. Η μάνα μου κουβάλησε τις όρθες, τη κατσίκα και τις γάτες της. Στη χαβούζα έφερα κάτι χρυσόψαρα που «ψάρεψα» από άλλη στο «Σούγιουλ», στο Σκόπελο, και κάτι άλλα κεφάλια του γλυκού νερού από το ποταμό που κατέβαινε στου «Κανάκη το Μύλο». Άμα μας έπιανε η ζέστη μπαίναμε και εμείς στη νέα μας πισίνα μαζί με τα ψάρια. Ο πατέρας μου έπαιρνε τηλέφωνο κάποιες μέρες και ώρες κάτω στο Τάρτι και ρωτούσε πως πάνε τα πράγματα στο κτήμα, αν προσέχουμε και ποτίζουμε τα δεντρέλια του.
Αφού έκλεισε πλέον ένα χρόνο στην Αυστραλία επέστρεψε με ένα νέο μποχτσά και στο νου του να φτιαχτεί το κτήμα. Ήταν πια χειμώνας και Χριστούγεννα και μάζευε τις ελιές που είχαν πέσει, είχα πάει και εγώ και βοηθούσα όπως όπως. Το Τάρτι δεν φημίζεται για τις βροχές του, όλες πέφτουν κατά τα χωριά και άμα θυμηθεί καμιά φορά ο Θεός ρίχνει κι από δω καμία.
Ένα βράδυ κατά που πέσαμε για ύπνο, άρχισε να ψιχαλίζει, τα χαράματα ξυπνήσαμε με αστραπές και βροντές, σηκωθήκαμε και βλέπαμε να γίνεται ένας χαμός και μια απέραντη πλημμύρα. Ο ποταμός είχε ξεχειλίσει και όλο το νερό που κατέβαινε από του «Κοκότσι» το βράχο να διαπερνά πέρα ως πέρα το μέρος του κτήματος που είναι το πηγάδι, ο δρόμος να είναι άλλος ένας ποταμός. Κοιτούσαμε και περιμέναμε πότε θα σταματήσει αυτός ο χαλασμός, αλλά συνέχισε. Κατά το μεσημέρι κόπασε. Με το πατέρα μου κάναμε μια γύρα στο κτήμα τι είχε συμβεί. Τα σύρματα ξεριζώθηκαν και έγιναν σβόλοι κολλημένοι στα δέντρα και στις άκρες του ποταμού, το νερό είχε γλύψει όλο το χώμα και είχε κάνει λάκκους ως ένα μέτρο βάθος, όλα τα δεντρέλια που είχε φυτέψει είχαν εξαφανισθεί, και το πηγάδι ως τα χείλι με νερό. Η αντλιομηχανή βυθισμένη μέσα στο νερό. Νερό πλέον δεν είχαμε, έπρεπε να περιμένουμε αρκετούς μήνες να κατέβει η στάθμη του νερού, μήπως και βγάλουμε και επισκευασθεί η μηχανή. Τόσος κόπος, τόσα χρήματα και στο τέλος να μην έχουμε ούτε μια σταγόνα νερό.

Ο πατέρας μου μπροστά από το καφενείο στο Τάρτι

            Κατά την άνοιξη ο πατέρας μου πως το σκέφτηκε, νοίκιασε το κλειστό καφενέ του Καμπούρη από το γιο του το Γιώργο, το γνωστό σήμερα «Καμπουρέλ». Αυτός έλλειπε πολλά χρόνια στην Αμερική. Κι ο πατέρας μου για να αποφύγει να πηγαίνει κάθε τόσο στην Αυστραλία και με τη πείρα που είχε από δύο μαγαζιά εκεί, τον άνοιξε. Το καφενείο ήταν όπως τα ντάμια, παμπάλαιο με καλαμιές και φυκιάδα για οροφή, και εδώ τα ίδια, ποντίκια και τα φίδια να κάνουν πανηγύρι. Νερό, τηλέφωνο δεν είχε όπως και ρεύμα συνεπώς ούτε και ψυγεία. Όλα αυτά τα παλιά ξοχικά καφενεδάκια είχαν λουξ με υγραέριο για φωτισμό μέσα και έξω. Ο κόσμος ήταν ακόμη λιγοστός.


Ο πάλαι ποτέ «Άτλας»
Για τις ανάγκες και με τα λίγα χρήματα που είχε, αγόρασε ένα τρίκυκλο τρακτέρ, τον «Άτλα», που από την αρχή μας έβγαλε τη πίστη, ποτέ δεν ήμασταν σίγουροι ότι θα φτάσουμε στο χωριό. Θυμάμαι ακόμη καινούργιος και από το παλιόδρομο συνέχεια ξελασκάριζαν οι βίδες και τα παξιμάδια και έπεφταν κάτω! Καθώς άνοιξε το καφενείο, οι ανάγκες να πηγαίνουμε στο χωριό ήταν σχεδόν καθημερινές, και κάθε μετακίνηση τη σκεφτόμασταν πολύ εξ αιτίας του, γιατί κάθε τόσο και λιγάκι μας άφηνε στο δρόμο. Εκείνο το καλοκαίρι που άνοιξε το καφενείο έπρεπε να πηγαίνει δύο φορές την εβδομάδα από το Τάρτι στο παλιόδρομο από το Φαρά για το Πλωμάρι να αγοράζει παγοκολώνες για τα κρεατικά για τα ψάρια και τα ποτά. Ο πάγος, τα τρόφιμα, τα αναψυκτικά, όλα έμπαιναν μαζί σε ένα ξύλινο βαρέλι. Οι γόπες, τα μελανούρια καραβίζανε στο λιωμένο πάγο, τις έσπρωχνα στην άκρη για να πάρω μια κρύα πορτοκαλάδα που μου ζητούσαν… Ο άλλος γολγοθάς ήταν το νερό, καθώς δεν υπήρχε ούτε πόσιμο, ούτε για τη λάτρα, έπρεπε να το κουβαλάμε σε μεγάλα πλαστικά μπετόνια από το πηγάδι στο κτήμα μας και να το φέρουμε με τον «Άτλα» μέρα παραμέρα στο καφενείο.



Απ' έξω από το καφενέ 1980

           Το πατέρα μου τον αγαπούσε πολύ ο κόσμος, έλεγαν πάμε στον «Μήτρο το καφενέ στο Τάρτι», μάζευε κόσμο, τόσο από τη Γέρα, Πλωμαρίτες και Μυτιληνιούς. Πολλές φορές ερχόταν και καραβάκι με τους Σουρλαγκαίους απ’το Πέραμα. Στα 7-8 χρόνια που είχε το καφενείο, όταν τελείωνε το καλοκαίρι δεν απόταζε χρήματα. Η μάνα μου φώναζε για τη τόση δουλειά που τραβάγαμε όλοι από την οικογένεια, που δουλεύαμε εκεί μερόνυχτα. Θυμάμαι που έλεγε, “δεν είναι μόνο που δεν βγάλαμε χρήματα, ξοδιάσαμε και δέκα τενεκέδες λάδι για το τίποτα”. Οι μόνοι σίγουροι σε μεροκάματα ήταν τα γκαρσόνια.
            Την επόμενη χρονιά ήρθε το ηλεκτρικό ρεύμα στο Τάρτι, άλλαξαν πολλά.
Το καφενείο πήρε ρεύμα, είχε ηλεκτρικό φως και προπαντός όλα τα τρόφιμα, τα αναψυκτικά και το νερό μπήκαν σε ψυγεία. Αλλά το νερό ακόμη το κουβαλάγαμε.
Πήραμε ρεύμα και στο ντάμι και στο κτήμα μας.
Σε εκατό μέτρα από μας ο γαμπρός μου ο Μιγδάλης στο κτήμα του έκανε γεώτρηση και στα τριάντα τρία μέτρα βρήκε νερό, έβαλε τριφασική αντλία και πότιζε το κτήμα του. Κάποια στιγμή ο πατέρας μου διαπίστωσε ότι όταν πότιζε ο Μιγδάλης το πηγάδι στέρευε! Οπότε νέος πονοκέφαλος με το νερό! Παραδίπλα και άλλος έκανε γεώτρηση και στο πηγάδι δεν έμεινε σταγόνα για άντληση. Έτσι ξεκινάει να ψάξει νερό με γεώτρηση παραδίπλα. Έφερε κάποιον από το χωριό που έκανε γεωτρήσεις, και στα 23 μέτρα είπε δεν μπορώ να κατέβω πιο κάτω βρήκα πέτρα. Ο άνθρωπος πληρώθηκε αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι φέρνει κάποιον άλλον από τη Μυτιλήνη και αυτός βρήκε άλλο νερό σε 70 μέτρα βάθος. Για καλό και για κακό έκανε ακόμη μια και βρήκε νερό σε μεγαλύτερο βάθος. Τελικά κατάφερε να έχει νερό όσο ήθελε.
Ο οικονομικός απολογισμός για τις γεωτρήσεις και τις εγκαταστάσεις, σχεδόν δύο εκατομμύρια δραχμές, άλλη μια φορά με το νερό ξεπέρασε την αξία που είχε το κτήμα. Το πηγάδι όμως μέσα σε ένα μήνα, βουβάθηκε εκεί που είχε θόρυβο, νερά να ανεβαίνουν. Μερικές φορές έτσι δίχως λόγο κατέβαινα τα σκαλοπάτια και έριχνα καμιά πέτρα να ακούσω το νερό. Εκεί ήταν σιωπηλή, ακόμη η μηχανή και η τρούμπα. Πέρασε καιρός, κάποιος τη ζήτησε και τη πήρε. Το πηγάδι ξεχάστηκε…


Ο πατέρας μου με τους μπαχτσέδες του

Μετά από τόσα χρόνια μια μέρα καθώς έτυχε να περπατήσω δίπλα του, το βρήκα μουλωμένο γεμάτο πετράδι, κλαδιά και φύλλα, κάθισα στο πεζούλι του και μου πέρασαν όλα αυτά από το μυαλό. Βρήκα το πατέρα μου και τον ρώτησα όπως αυτός τα θυμόταν. Όταν κάποιος θα περάσει από δω, ούτε θα σκεφτεί τι είναι αυτό το χάλασμα για να του μιλήσει τη σύντομή του ζωή. Ήρθαν άλλες εποχές και το πηγάδι του «Μήτρου» έμελλε να είναι και το τελευταίο που ανοίχτηκε στο Τάρτι.

4 σχόλια:

  1. Πολύ ωραίο και το δεύτερο μέρος.Αναμνήσεις και η πραγματικότητα που ζήσαμε

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χαλάλι που θα πάω αργοπορημενος στη δουλειά, διάβασα ένα υπέροχο κείμενο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ας πας και μια μέρα αργά δεν χάλασε ο κόσμος! Εδώ πάιγτσι κοτζάμ πγάδ! Ευχαριστώ

      Διαγραφή

Το τελευταίο πηγάδι (Μέρος Β')

 Τάρτι 1980 Μέρος Α' Προηγούμενο Του Παναγιώτη Αγιακάτσικα Το καλοκαίρι πια που μας ήρθε, είχαμε νερό, αλλά και μεγάλο φό...