Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Παραδοσιακά Όργανα της Λέσβου, ο ζουρνάς

Αναζητώντας τα ίχνη του ζουρνά στη Γέρα

Παλιός ζουρνατζής στην Αγιάσο της Λέσβου

Μέρος Α'
Καθότι ήδη φθάσαμε κοιτώντας πίσω την παράδοση και ειδικότερα τη μουσική παράδοση της Γέρας και της Λέσβου, υπήρχε το γνωστό όργανο ο “ζουρνάς” και η παρέα του, το “νταούλι”, που ήταν κυρίαρχα στη διασκέδαση, τη δημιουργία του ρυθμού και της μελωδίας που ακόμη και σήμερα ο απόηχος του δεν έπαψε. Επάνω του θα ακουμπήσει ο χορευτής, εκεί που το ζεϊμπέκικο είχε πρωτοπαιχθεί, κυρίαρχα σε γάμους, γλέντα, πανηγύρια. Θεωρούνται μικρής αξίας και σημασίας που παραδόξως, οι αναλύσεις και οι αναφορές είναι ελάχιστες, οι παραστάσεις τους μαζί με χορευτές σε υπαίθριους χώρους, σε γάμους εμφανίζονται σε πολλούς πίνακες περιηγητών. Η αλήθεια πάντα υπήρχε η απορία πριν το βιολί και το κλαρίνο, το σαντούρι πως παιζόταν η μουσική στο νησιά μας. Αυτά τα όργανα στη μορφή που είναι και σήμερα είχαν διαδοθεί, σποραδικά, γύρω στο 1850, όπου αρχίζουν να υπάρχουν και κάποιες αναφορές. Πριν οι διασκεδάσεις όπως και πολλές παραστάσεις χορών, πανηγυριών, γάμοι, το νταούλι-ζουρνάς έπαιζαν το πρώτο ρόλο, ακόμη στα νησιά του Αιγαίου θα δούμε παράλληλα να υπάρχει ο ταμπουράς. Η ζυγιά αυτή μέχρι πριν 40-50 χρόνια ακόμη υπήρχε και διασκέδαζε το κόσμο ακόμη και στη Γέρα. Το παρακάτω άρθρο, δείχνει νοερά μια εικόνα πως ήταν, μέσα από τους μουσικούς, και εξιστορήσεις το σκηνικό με τα ξεχασμένα όργανα.

Οι ρίζες του ζουρνά πάνε πίσω στην αρχαία Ελλάδα και στον αυλό, ακόμη πιο πίσω στα πρώτα πνευστά που δημιούργησε ο άνθρωπος με τρύπες σε κόκαλο. Πριν την εμφάνιση του κλαρίνου στην Ελλάδα, γύρω στα 1830, ο ζουρνάς, σύμφωνα με τον Ζακυνθινό συνθέτη Παύλο Καρρέρ, χαρακτηρίζονταν ως εθνική φλογέρα. Χαρακτηριστικά αναφέρει στα "Απομνημονεύματα "του ότι είδε "...να τραγουδούν και χορεύουν, παίζοντες τας εθνικώς φλογέρας και τα νταούλια".

Είναι ένα ξύλινο πνευστό που έχει οξύ ήχο, χρησιμοποιεί διπλό γλωσσίδι και είναι δεμένο με την Ελληνική παράδοση, τα Βαλκάνια, τη Μικρά Ασία, φθάνοντας στη Κεντρική Ασία μέχρι την Άπω Ανατολή. Μαζί με το νταούλι κάνουν τη ζυγιά, “νταούλι-ζουρνά” και πολλά χρόνια ήταν κυρίαρχα σε γάμους και γιορτές από τα Βυζαντινά χρόνια. Με τη εμφάνιση του κλαρίνου στις αρχές του 19ου και τη διάδοσή του από τις Οθωμανικές στρατιωτικές μπάντες και τους πλανόδιους αθίγγανους μουσικούς, το όργανο σχεδόν εξαλείφθηκε, χωρίς όμως και να εξαφανισθεί. Στη Τουρκία και στα Βαλκάνια ακόμη και σήμερα είναι πολύ διαδεδομένο σε γάμους και εκδηλώσεις. Στη Ελλάδα ήταν διαδεδομένο παντού σε όλα τα άκρα, από το Ιόνιο Πέλαγος, την Ήπειρο, την Μακεδονία, τη Θράκη, τη Μικρά Ασία, καλά όμως κρατάει στο Νομό Σερρών. Στη Λέσβο ήταν όργανο που υπήρξε παλαιότερα και ήρθε από τη Μ. Ασία. Από αναφορές, όπως στην Αγία Παρασκευή, οι Γιουρούκοι μουσουλμάνοι νομάδες που μετανάστευσαν στη Λέσβο από τη Μικρά Ασία έρχονταν και έπαιζαν με νταούλια και ζουρνάδες στα πανηγύρια και ιδιαίτερα στη γιορτή του Ταύρου. Τουρκόγυφτοι παιρνούσαν απέναντι και έπαιζαν στα πανηγύρια και τις διασκεδάσεις των ντόπιων στη Σκάλα Σκαμιάς όπως μας περιέγραψε ο Στρατής Μυριβήλης το 1938 στο βιβλίο του, “Ο Βασίλης Αρβανίτης”. Στο στο διπλό Cd Λέσβος Αιολείς, ένα από τα δύο εξώφυλλα του δίσκου κοσμεί φωτογραφία με νταούλια και ζουρνάδες από Μικρασιάτες οργανοπαίχτες, στο Μεσότοπο. Και ενώ ο ζουρνάς παιζόταν σε όλη τη Λέσβο, σταδιακά έγινε μετάβαση στο κλαρίνο, παράλληλα οι οργανοπαίχτες δεν έπαψαν να παίζουν και τα δύο όργανα για να ανταποκριθούν ανάλογα τις περιστάσεις.
Σε μια και μοναδική συνέντευξη ο Αγιασώτης από τους τελευταίους οργανοπαίχτες του ζουρνά, Μιχάλης Μουτζουρέλλης ή “Λαγός”, που έπαιζε επίσης νταούλι, φλογέρα και κυρίως το κλαρίνο, μας λέει: Νταούλι και ζουρνά έπαιζε ο πατέρας μου Γρηγόρης, όπως και ο αδερφός του Αριστείδης. Έπαιζε σε γάμους, τ
ότες δεν υπήρχαν μουσικοί… Τους παρακαλούσαν να πα’ να παίξουν. Σ’ όλη την περιφέρεια… κι έπειτα, ανάλαβα εγώ, πάλι πηγαίναμε. Δεν προτιμούσαν τις μεγάλες κομπανίες γιατί ήταν πιο ακριβοί και δεν επαρκούσαν, γιατί γλεντούσαν τότες, τα παλιά χρόνια γλεντούσαν πολύ οι άνθρωποι. Κάποιοι παίρναν τη μουσική ας πούμε την καλή και οι άλλοι εξ ανάγκης φώναζαν τον πατέρα μου…

Πίσω στο μέσον ο μικρός με το ζουρνά, μπροστά ο Γιώργος Καμπάς. 
(Η εικόνα έχει επεξεργαστεί σημαντικά με ΑΙ) ~1930 

Αναζητώντας τα ίχνη του ζουρνά στη Γέρα...θα ξεκινήσουμε από τον Αγιασώτη Γιώργο Καμπά (ή και Χριστοφαρή) πού ήταν στο συγκρότημα των Νείρων ή Καμπάδων στο Παπάδο. Από τη πρώιμη φωτογραφία ο Καμπάς εικονίζεται να παίζει κλαρίνο στο γάμο του Γιώργου Κουντουρά στο Σκόπελο το 1880. Σε μια άλλη φωτογραφία μετά από πενήντα χρόνια αρχές στις του '30 εικονίζεται ηλικιωμένος πλέον σε μια εκδρομή με φίλους και άλλους μουσικούς στον Άγιο Ερμογένη. Το χαρακτηριστικό της φωτογραφίας ότι απεικονίζει έναν πιτσιρικά πίσω του να παίζει ζουρνά, χωρίς αμφιβολία και ο ίδιος θα τον έπαιζε σε άλλες περιστάσεις. Βλέπουμε λοιπόν τη διαδοχή του οργάνου, χωρίς όμως και την ταυτόχρονη εξαφάνισή του.

Τη δεκαετία του '50 στο Μεσαγρό εμφανίζεται μια παραδοσιακή ζυγιά, “νταούλι-ζουρνά”, γνωστά ως τα “Ντουμουζέλια”, τα αδέρφια Παναγιώτης Καραδούκας στο ζουρνά και Παράσχος στο νταούλι. Άγνωστο πως έμαθαν, από που είδαν και δημιούργησαν αυτή τη ζυγιά, εν μέσω αλλαγών της μουσικής την εποχή που όλοι στρέφονται προς τις κομπανίες με μπουζούκι. Εμφανώς θα παίζουν σε πανηγύρια, παρέες, καφενεία, και όπου τους καλούσαν. Σήμερα ακόμη υπάρχουν πολλοί που τους θυμούνται ακόμη!

Από μια συνέντευξη που είχα πάρει στο Γιώργο Χατζημανώλη ή Καμπουρέλ, συνεχώς τον ρωτούσα για μου ξαναλέει αυτή την όμορφη ιστορία.

-Μου είχες πει μια ιστορία με το νταούλι και το ζουρνά που είχε παλαιότερα η Γέρα.
Από το Μεσαγρό, ο Παράσχος και ο Παναγιώτης Καραδούκας, αυτοί ήταν οι «νταβουλτζήδες». Γύριζαν τα πανηγύρια και όποιος τους αρπούσε. Αυτά τα δύο όργανα μπορούσαν να φέρουν αποτέλεσμα και να γλεντήσουν το κόσμο. Μια φορά θυμάμαι ήμουν πιτσιρικάς στο πανηγύρι του Αγίου Γρηγορίου που γίνεται στις 10 Ιουλίου, τους πήρα και τους έφερα στο Τάρτι. Και συγκεκριμένα ο πατέρας μου έπινε ούζο με ένα φίλο του μέσα στην αυλή μας και τους έβαλα να παίξουν από μακριά το «Σαν τα μάρμαρα της Πόλης». Ο πατέρας μου μέσα στα βνά ακούει την ορχήστρα να παίζει, και ήταν όλο χαρά και γέλια. Ώ ρε έρχονται για μένα! Ο ζουρνάς και το νταούλι ακούγονταν από το Αϊ Γληγόρ' στο Τάρτι, ο δε ζουρνάς τσίριζε, το δε νταούλι ακουγόταν ντουπ ντουπ. Στο Παπάδο ο πατέρας μου είχε ένα καφενείο μια «καρτσολί» και κάθε Σαββατοκύριακο έπερνε αυτούς τους δύο και παίζαν. Μαζεύονταν όλοι οι καλοί καλοί και χορεύαν τότε, γιατροί, δικηγόροι, του Παπάδου. Παίζαν ζεϊμπέκικα σαν το ΜΙ (Αϊβαλιώτικος), την Πέργαμο, καρσιλαμάδες τέτοια.

Από τη συνέντευξη αυτή βλέπουμε ότι δεν υπήρχε απόλυτο στεγανό, ποιά κοινωνική τάξη θα απολάμβανε τη μουσική της ζυγιάς που περισσότερο προτιμούσε η κατώτερη τάξη, η ανώτερη τάξη για το θεαθήναι θα έπρεπε να δείχνει τις κοσμοπολίτικες καταβολές σε συνεστιάσεις, μπάλους, με άλλους χορούς, καθώς πρέπει μετά των συζύγων, χορεύοντες ευρωπαϊκά βάλς, φοξ τροτ, τανγκό και περιορισμένη λαϊκή μουσική όπως γινόταν στη Γέρα, ενώ οι ίδιοι όταν θα αφαιρούσαν τον μανδύα της τάξης, θα απολάμβαναν τη λαϊκή μουσική χωρίς συστολές, με λαϊκούς μουσικούς, χορεύοντες ζεϊμπέκικα και καρσιλαμάδες, πίνοντας τα ρακιά τους, στο ρυθμό του νταουλιού και στον εκκοφαντικό ζουρνά! Παρατηρούμε ότι η ζυγιά είχε αρκετή πέραση και “Αυτά τα δύο όργανα μπορούσαν να φέρουν αποτέλεσμα και να γλεντήσουν το κόσμο”. Η καλή μουσική δεν έχει να κάνει με ποιά όργανα, άλλα πόσο καλά τα έπαιζαν οι μουσικοί, και μπορούσαν να διασκεδάσουν το κόσμο. Οι νταβουλτζήδες γυροφέρναν από τραπέζι σε τραπέζι και όσα “αρπούσαν”!



Η τελευταία εμφάνιση με νταούλι και ζουρνά στα πανηγύρια της Γέρας, κυρίως της Αγίας Μαγδαληνής, ήταν με το Στρατή Αρβανιτέλλη που έπαιζε ζουρνά και κλαρίνο, γνωστός σαν “Αριστέλ”, έπαιρνε του γαδουρέλ ιτ από το Ίππειος και ερχόταν να παίξει. Ντουέτο έκανε με τον καντηλανάφτη από το Σκόπελο, Βαγγέλη Τρύπατζη που κρατούσε το νταουλ', κάναν γύρα σε όλα τα παράπλευρα καφενεία στο πανηγύρη της Αγιάς Μαγδαληνής μάζευαν μπαχτσίσι, και διασκέδαζαν το κόσμο. Μάλλον με περίσσεια συγκίνηση ο φαρμακοποιός Στέλιος Ευαγγελινός τράβηξε μια μοναδική φωτογραφία στο τσακίρ κέφι και τους αποθανάτησε στο Πανηγύρι της Αγίας Μαγδαληνής στο Σκόπελο το 1977, τον Αριστή να φυσά το ζουρνά και το Βαγγέλ' να χτυπά το νταούλι. Το μοναδικό μουσικό δείγμα που έχει διασωθεί από τη Λέσβο είναι από την Αγία Παρασκευή όπου μέχρι και τα τελευταία υπήρχαν ερασιτέχνες που έπαιζαν νταούλι και ζουρνά της αποκριές. Το κομμάτι Ντιντικνιά είναι αποκριάτικος σκοπός και περιέχεται στο διπλό δίσκο Λέσβος Αιολίς σε επιμέλεια Νίκου Διονυσόπουλου, παίζουν οι Τζάνος Νίκος ζουρνά και Γιάννης Μπιλαντέρης νταβ'λελ. Αξιοσημείωτο ότι ακόμη και οι Beatles στο κομμάτι τους, στη σύνθεση του George Harrison, The Inner Light, το οποίο ήταν ηχογραφημένο στη Βομβάη με Ινδούς μουσικούς, παίζει καθαρά τη βασική μελωδία ο Ινδικός ζουρνάς που ονομάζεται shehnai.

Στον απόηχο ο ζουρνάς και το νταούλι εμφανίζονται ακόμη στις καθημερινές μας εκφράσεις όπως,
η τελευταία τρύπα του ζουρνά, ζορ ζουρνά, δυο λαλούν και τρείς χορεύουν ή τρεις λαλούν και δυο χορεύουν, που παραπέμπει στη διπλή ή τριπλή ζυγιά ή όπως λέγεται ακόμη στα τούρκικα στο Ίππειος, bir davul, iki zurna, ένα νταούλι δύο ζουρνάδες (ο ένας παίζει το σκοπό και ο άλλος το ίσιο).
Μια ακόμη παροιμία που είναι πολύ γνωστή στη τουρκία, “Kızı gönlüne bırakırsan ya davulcuya kaçar ya zurnacıya.” που σημαίνει,
αν δεν προσέχεις τη κόρη σου θα το σκάσει ή με νταουλτζή ή με ζουρνατζή.

Παραφρασμένη η ίδια απαντάται και στον ελλαδικό χώρο,
Αγάπα η Μάρω το χορό και βρήκε άντρα ζουρνατζή. Και άλλες όπως

Γάμος δίχως νταούλια χωριό χωρίς σκυλιά

Για το νταούλι, ο ζουρνάς, για το χαμάμ, η γούρνα

Αλλού παντρεύεται η νύφη, αλλού βαρούν τα νταούλια

Θα σε κάνω νταβούλ στου ξύλου.

Βλέπουμε ότι ο ζουρνάς και το νταούλι παρότι χάνονται μέσα στο χρόνο, οι παροιμίες και οι φράσεις μας θυμίζουν ότι υπήρξαν και μάλιστα πολύ στο βιός των ανθρώπων σε άλλες εποχές.


Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2023

Χριστούγεννα στην εξοχή

 

Θυμάμαι το πατέρα μου να έχει τις προτιμήσεις του όταν ανέβαινε και έμενε κανένα βράδυ στο Σκόπελο. Η Κάτω Αγορά γεμάτη ανθρώπους να περπατάνε πάνω κάτω, να μπαινοβγαίνουν στα μαγαζιά. Το καφενείο του, ο «Αγιαμαρνιώτης», εκεί θα πήγαινα να τον βρω. Απέξω το καφενείο, τα τζάμια θαμπά και υγρά, μέσα φωνές, ούζα, μεζέδες, καπνοί από τσιγάρα, τραπέζια να παίζουν χαρτιά, να καίει η σόμπα πορτοκαλογκρίζα, ο χώρος μια απέραντη ζεστασιά από χνώτα, να ξεγκτνώ για να περάσω να του αφήσω μήνυμα, ή να τον φωνάξω για το σπίτι. Κούρεμα και για κουβέντα απέναντι στου «Μυστάκα», εκεί κι παππούς μου ο Σαράντος, για τα κρέατα παρακάτω δίπλα στου «Αβέρωφ» το καφενείο, στο κρεοπωλείο του γαμπρού του Γιάννη Καραμπάση, σοδιασμένο να κρέμονται τα λουκάνικα και τα διάφορα μπερεκέτια. Αλλά στο μαγαζί που έπαιρνε όλα τα χρειαζούμενα, ήταν το μπακάλικο του «Μπγάτσα», του Χατζημιχαλάκη. Από κρέατα θα ψώνιζε λουκάνικα και χοιρινό, για να κάνουμε σελινάτο, και από το μπακάλικο απέναντι ένα κασελάκι ρέγκες, ένα μεγαλούτσικο κουβαδάκι με χαλβά που όλη μέρα εκεί είχαμε το νου μας και όλα τα απαραίτητα και τα κουλάγια που χρειαζόμασταν! Άπαξ και φεύγαμε για το Τάρτι, δεν ξαναεπιστρέφαμε πια στο χωριό, μόνο όταν άνοιγαν τα σχολεία. Το λιομάζωμα στα κτήματά μας ενίοτε τα συμπλήρωναν τα κισίμια. Ο νοτιάς ζεστός με βροχές στα κτήματα, με το νερό, τις λάσπες, με τους ποταμούς να τρέχουν, ο βοριάς που σου κοκάλιαζε τα χέρια, τα άφηνε ξερά, η πλωμαρίτικη καλαθίδα να σέρνεται εδώ και εκεί, να διαλέγω τις μεγαλύτερες ελιές από τους άλλους, να μου ρίχνουν καμιά χεριά για βοήθεια να τους φθάσω, να μη γεμίζει όσο και να έκανα προσπάθειες. Τα γόνατα στημένα από τις ελιές, η μέση απέξω να μου φωνάζουν βάλε το πουκάμισο μες το παντελόνι σου, μόνο όταν ανάβαμε φωτιά να ζεσταθούμε να ψήσουμε κανένα λουκάνικο ή ρέγκα, να απλώσουμε το μεσάλι ερχόμουν στα ίσια μου. Μετά τις ελιές έτρεχα να στήσω τις ανεσπάθες μου να πιάσω κανένα κότσυφα, αλλά που, αυτοί είχαν μάτια και δεν πιανόταν ποτέ! Στα γρήγορα ψάχναμε, μήπως βρούμε κανένα άλλο παιδί να παίξουμε και να μιλήσουμε, σχεδόν σπάνια. Φτιάχναμε τις σβετόνες, παίζαμε και μπάλα στο χωματόδρομο. Το ντάμι έπρεπε να καπνίζει όσο το δυνατόν περισσότερο. Το βράδυ θα κουβαλάγαμε τα ξύλα και τα κλαδιά, θα ανάβαμε το τζάκι και θα κουρνιάζαμε εκεί δίπλα του μαζί με τα κτσιά ή τα φασόλια που έβραζαν στο τσουκάλι, θα ψήναμε ότι είχαμε να περάσει η ώρα, αν είχε απομείνει κανένα ρόδι ή ξερό σύκο. Ο πατέρας μου είχε πάντα μικρά κατσκαδέλια (κατσικάκια) που με αυτοσχέδια μπιμπερά τα ταΐζαμε, από τις όμορφες τρυφερές στιγμές των Χριστουγέννων. Θα υποδεχόμασταν τους γείτονες, Νίκο Μακρή, Μήτρο Καβαρνό ή τη θεία Σοφία, το παππού μου. Κολλάγαμε το αυτί στο ράδιο έτσι τα βράδια να είναι πιο υποφερτά, στη κούραση και στη μονοτονία. Οι ιστορίες συνηθισμένες, πόσα καλάθια έκαναν, αν κάναν το γομάρι (δύο τουβάλια), αν ραβδίσαν τις ελιές, αν πέφτουν, πόσες έπεσαν κάτω, αν έχει χορτάρια, πότε θα πάνε να αλέσουν, αν λαδίσαν στα πόσα, ποσό ψιλό ή χοντρό ήταν, τι καιρό θα έχει αύριο, με αυτά και αυτά περνούσαν οι μέρες. Καμιά φορά καθόμασταν στο φως της λάμπας και βγάζαμε τα μάτια μας πως θα βγει το αγκάθι ή η αχλάδα με τη βελόνα που μπήκαν στα χέρια μας. Να μπαλώσουμε τα παλιά τσουβάλια. Με τη μάνα μου θα πήγαινα στα χορτάρια, έμαθα τους ζωχούς, τους αντώνηδες, τα ραδίκια, μαζί θα μαζεύαμε αν βρίσκαμε κανένα μανιτάρι. Αν μάθαιναν ότι κάποιος έβγαλε ακμαρίτες (αμανίτες) τότε ο πατέρας μου θα έτρεχε όπου ήξερε ότι βγαίνουν και με τα λίγα κυνήγια που έκανε θα άλλαζε λίγο το φαγητό μας. Έρχονταν τα Χριστούγεννα, και ίσως με ακόμη κανένα άλλο παιδί θα γυρίζαμε τα ντάμια, κατεβαίναμε στη θάλασσα και όσα ξέραμε ότι μένουν εκεί να πούμε τα κάλαντα, το ίδιο και τη πρωτοχρονιά, τα χρήματα τα φυλάγαμε ή μάλλον δεν μπορούσαμε να τα ξοδέψουμε, άλλα ήταν μια παρηγοριά. Αυτές οι άγιες μέρες στα λιοκτήματα δεν διέφεραν και από τις άλλες, ίσως η μάνα μου να καθόταν σπίτι να μας φτιάξει κάτι στο πέτρινο φούρνο, και να μας ψήσει γλυκιά κολοκυθόπιτα που μας άρεσε πολύ. Ζηλεύαμε πολύ αυτούς που έμειναν στα χωριά. Με το ένα και το άλλο, αυτές οι μέρες έμειναν στη θύμησή μας, υγρές ή κρύες με τις ζεστές νύχτες στρωματσάδα κάτω δίπλα στο τζάκι να καπνίζει, που σιγόκαιγε τα ξύλα όλο το βράδυ…περιμένοντας τα Χριστούγεννα και το Καινούργιο Χρόνο, και μετά να πάμε πίσω στο σχολείο..

Γράφτηκε στις 16/12/2023
Παναγιώτης Αγιακάτσικας




Κυριακή 13 Μαρτίου 2022

Η Εξοχή – Το Τάρτι. (τελευταίο)

 Η Εξοχή – Το Τάρτι

(Οι παιδικές αναμνήσεις της επιστροφής ενός μετανάστη στο χωριό)

του Παναγιώτη Αγιακάτσικα

Τελευταίο μέρος
Προηγούμενα 

Ο παππούς μου στο Τάρτι το ~50

Είχε έρθει το καλοκαίρι και ο παππούς μου ο Σαράντος, πήρε εμένα και τον αδερφό μου στο ντάμι του στο Τάρτι, έτσι πρόλαβα να γνωρίσω και τη γιαγιά την Αφροδίτη, τα λίγα ακόμη χρόνια που θα ζούσε. Τώρα να φύγεις από την Αυστραλία και να πας να εξοικειωθείς να μείνεις σε ένα ντάμι ήταν επίτευγμα και σχεδόν ασύλληπτο! Να αφήσεις τη πόλη και να ζεις σε βουνά ανάμεσα σε λιόδεντρα, χωρίς καμία άνεση, ήταν κάτι σαν προσκοπισμός. Όταν έβλεπα έναν άνθρωπο δεν μπορούσα να το φαντασθώ ότι θα ένιωθα τόση χαρά, μην συζητάμε για παιδιά. 

Το ντάμι του παππού μου στο Τάρτι

Τη στράτα να κουβαλάμε το νερό από του «Ταχτικού τη βρύση» σε κουμάρια και σε λαγήνες ήταν πολύ μεγάλη, και το βράδυ να είμαστε με λάμπες πετρελαίου. Ευτυχώς εκεί κοντά σε παραδίπλα ντάμι έμεινε ο ξάδερφος μας ο Γιάννης και με αυτόν ήμασταν όλοι μέρα μαζί που ήξερε όλα τα κατατόπια. Μας έμαθε να φτιάχνουμε σφεντόνες, να κυνηγάμε πουλιά, να τα παραφυλάμε στις μάννες. Να γυρνάμε όλα τα κτήματα και τα περβόλια, να φτιάχνουμε καλάμια για να ψαρεύουμε γύλους από τα βράχια στο γιαλό, να πιάνουμε κεφαλόπουλα με το ταψί και τη ζύμη. Η γιαγιά μου είχε μια κατσίκα για το γάλα, αλλά όσες φορές κι αν μου δώσανε, ποτέ δεν το έβαλα στο στόμα μου, το ίδιο ως και τώρα, εγώ θυμόμουν το γαλατά που άφηνε το γάλα έξω από το σπίτι μας το πρωί, αφήναμε τα χρήματα μαζί με τα άδεια μπουκάλια, μαζί με το γάλα ούτε το τυρί έτρωγα. Ο ύπνος ήταν στρωματσάδα κάτω, την ημέρα μας φώναζαν να προσέχουμε να μην πηγαίνουμε εδώ και κεί γιατί έχει φίδια, αυτά τα είχα δεί μόνο με το δημοτικό σχολείο στο ζωολογικό κήπο Σίδνεϋ. Μια μέρα ο παππούς μου είπε στον αδερφό μου να πάει εκεί παραδίπλα σε μια μάννα γούβα που είχε νερό και να ποτίσει τη φοράδα. Εκείνος ανέβαινε αμέριμνος τραβώντας την. Καταμεσής του μονοπατιού ήταν μια κουλουριασμένη ασκόντριχα (οχιά) με το κεφάλι επάνω. Ως την είδε παράτησε τη φοράδα, του φύγαν οι παντόφλες και έφτασε ξυπόλυτος αλαλάζοντας. Όταν πήγε ο παππούς με ένα φτυάρι να τη κανονίσει είχε φύγει. Μια μέρα είπα στο παππού μου θέλω να μάθω μπάνιο έχοντας στο νου αυτό που είχα πάθει στο πλοίο που κόντεψα να πνιγώ, έτσι μας κατέβαζε στο Τάρτι μια απόσταση δυο χιλιόμετρα με τα πόδια στο χωματόδρομο. Τότε υπήρχαν μερικά μικρά καφενεδέλια, του γέρου του Στέλιου Χατζημανώλη ή Καμπούρη, του Λούπου, του Κτσέλ ή Καβούνα, και του Αριστή Μπερδούκα, όλα φτιάχναν καφέ και λίγο μεζέ με το ούζο, εμείς πίναμε γκαζόζα ή ταμ ταμ, θυμάμαι τα αναψυκτικά τα βάζαν σε ένα καλάθι και τα είχαν σε μικρά πηγάδια και μετά τα ανέβαζαν μόλις κάποιος ζήταγε.

Το μπακάλικο του Παναγιώτη Μαμάκου δίπλα κι φούρνος (φωτ.Στρ Λυγιρός)

Ήταν και ένα μπακάλικο του Μαμάκου, που αγοράζαμε μπαγιάτικα μπισκότα της μιας δραχμής με μαμούνια μέσα από το σκοτεινό και αραχνιασμένο μαγαζί του. Εκεί πήγαινε όλος ο κόσμος του Ταρτιού να ψωνίσει για πολλά χρόνια. 

 Ο Παναγιώτης Χρυσάφης (Φουσκωτός) με τη σκάλα και τη βάρκα του

Μια μέρα πήγαμε από το Παναγιώτη Χρυσάφη που ήταν ψαράς και κυνηγός, τον γνώριζαν με το όνομα «Φουσκωτό», φίλος και συγχωριανός του παππού μου από τη Πλαγιά, αυτός καθόταν με τη γυναίκα του την Αντωνία, αμέριμνοι στη φρίτζα τους, με τις κρεμασμένες νεροκολοκύθες ή γαλιές όπως τις λέγανε και απολαμβάνανε την ησυχία τους, πίνοντας το καφεδάκι και χουζουρεύοντας το γιαλό. 


Ο παππούς μου Σαράντος στο καφενείου του Καμπούρη

Ο παππούς μου του ζήτησε μια μεγάλη γαλιά για μένα και αντί για σωσίβιο όπως φανταζόμουν να μάθω κολύμπι, έδεσα τη γαλιά στη πλάτη με ένα σχοινί από τα παλιά δίχτυα και σιγά σιγά στη μικρή τη σκάλα που είχε ο «Φουσκωτός» για να δένει τη βάρκα του, άρχισα να ξεθαρρεύω, να πλατσουρίζω και να κολυμπώ, έτσι αρκετές μέρες τη πέρασα με τη γαλιά στη μέση, μέχρι να τα καταφέρω χωρίς αυτή, όπως μια μέρα και έγινε. Στη μικρή τη σκάλα του, δέναν τις βαρκούλες, αλλά εμείς που ξέραμε πια κολύμπι παίρναμε φόρα από την άμμο και κάναμε κάθε είδους βουτιές και μακροβούτια, και άλλοτε κρατώντας τη μύτη πέφταμε σαν βόμβες, χαλούσαμε τον κόσμο από τις τσιρίδες μας. Μια μέρα ο Στρατής που ήταν παρέα μας, ήταν πάνω στη σκάλα χάζευε και πως τα κατάφερε, έχασε την ισορροπία του και έπεσε μέσα, μπάνιο δεν ήξερε, φωνές, τρεχάματα, «το μωρό, το μωρό», τρέξαν κάποιοι μεγάλοι τσαλαβουτήξανε με τα ρούχα και το βγάλαν έξω! Δεν ξέρω αν έμαθε ποτέ μπάνιο από το φόβο του. 
(Συνεχίζεται)

Παλαιό μαγγανοπήδαγο

Με ένα καλαμιώνα χώρισμα από του «Φουσκουτού» το περιβόλι, ο παππούς μου είχε το μπαχτσέ της «Τζίμενας» στο Τάρτι με τα χρόνια και κάθε μέρα ήταν εκεί να ποτίζει τις ντομάτες, τις μελιτζάνες, τα ζαρζαβατικά και τα δεντρέλια. Έτσι και μείς όταν ήμασταν κατά κεί βρίσκαμε ευκαιρία και ανεβαίναμε στις συκιές τρυγίζαμε τα σύκα και τον μικρό αμπελώνα, τρώγαμε όσα αντέχαμε, γεμίζαμε και κανένα καλάθι για να πάμε στη μανή[1] μας. Αλλά ο παππούς μου, μας έβαζε με μια βίτσα να προσέχουμε να γυρνάει ο γάϊδαρος για να ανεβάζει νερό από το μαγγανοπήγαδο, που οι μεταλλικοί του κουβάδες χαλούσαν τον κόσμο με το κρακ-κρουκ και να γεμίζει μια τεράστια χαβούζα που ήθελε πολλές ώρες να γεμίσει για το πότισμα. Όσο μπορεί να βαριόμασταν εμείς να κάνουμε αυτή τη δουλειά, άλλο τόσο ο γάϊδαρος, που με το παραμικρό σταματούσε και δεν έκανε βήμα μπρος για να ανεβάσει νερό αφού ήταν κόπος! Το πηγάδι βρωμοκοπούσε κουτσουλιές καθώς ανάμεσα στις πέτρες του πηγαδιού φώλιαζαν πάνω από εκατό τσιρτσέδες[2] και όταν πηγαίναμε κουνούσαμε πέρα δώθε τους τσίγκινους κάδους για να τους τρομάξουμε και γινόταν χαλασμός, όταν ξεπετάγονταν να ξεφύγουν. Μια φορά καθώς κοιτάξαμε μέσα είδαμε μια χοντρή οχιά που είχε τρυπώσει στις πέτρες και είχε βάλει μάτι τα πουλιά, τότε κόψαμε το χούι να κοιτάμε μέσα, κουνάγαμε τους τσίγκους να κάνουν χλαπαταγή και κόφταμε!  Όταν βρισκόμασταν και δεν ήταν κανείς, μαζί με το αδερφό μου και τα ξαδέρφια Γιάννη και Στρατή, τα βγάζαμε όλα τσιτσίδι, βλεπόμασταν κορόιδευε ο ένας τον άλλον, και μετά κάναμε τις βουτιές μας στη μεγάλη χαβούζα, που βρισκόταν κάτω από μια πελώρια γέρικη καρυδιά. Τσαλαβουτάγαμε αβέρτα, ήμασταν μέσα όσο θέλαμε, μέχρι να παπαριάσουμε, ξαπλώναμε στο καθαρό ζεστό από τον ήλιο τσιμέντο στην οροφή της κλειστής ντουζιέρας τη μοναδική που είχε όλο το Τάρτι και στεγνώναμε, και από κει άμα θέλαμε πέφταμε ξανά. Η χαβούζα έγινε η ιδιωτική μας πισίνα και κολυμπάγαμε μαζί παρέα με τα βατραχάκια της. Άμα πεινούσαμε ξαμολέρναμε και πάλι στις συκιές και στα σταφύλια που είχε η φρίτζα του διπλανού πύργου του «Τζίμ». Ο παππούς μου θυμάμαι όταν ήθελε να ποτίσει, έβγαζε το πάσαλο της χαβούζας που ήταν από τη μέσα μεριά της, και για να σταματήσει το νερό τον ξαναέχωνε. Έτσι αργότερα συνειδητοποίησα αυτό που λέγανε στο χωριό «έχασε το πάσαλο απ’ τη χαβούζα» δηλαδή αν χαθεί ο πάσαλος, δεν γίνεται να φράξει τη τρύπα αφού είναι μέσα στο πάτο της χαβούζας! Μεταφορικά δηλαδή κάποιος δεν ξέρει τι του γίνεται.

Το καλοκαίρι τελείωνε, η γνωριμία μου με το χωριό και την εξοχή δεν ήταν καθόλου άσχημη, και όλα τα πράγματα που γνώρισα ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Γυρίσαμε πίσω στο χωριό και πριν καλά καλά αρχίσει το σχολειό, με στείλαν σε μια συνταξιούχα δασκάλα, την κυρά Μυρσίνη[3] που είχε το σπίτι της, κάτω από την Αγία Κυριακή, μιας και τα ελληνικά μου δεν ήταν και πολύ καλά ακόμη. Πήγαινα βράδυ και με τη λάμπα κάναμε μάθημα, έμαθα λίγο την αλφάβητο και λίγα κολλυβογράμματα. Μια μέρα δεν έκανα αυτά που μου είπε, με μάλωσε πολύ και τράβηξε το αυτί μου, αμέσως τα ανακάτωσε στη μάνα μου, πως πήγα αδιάβαστος και έτσι τα άκουσα για δεύτερη φορά! Την ίδια μέθοδο θα πειθαρχίας και εκμάθησης το συνάντησα αμέσως και στη πρώτη τάξη που πήγα στο σχολείο. Η δασκάλα μόλις νευρίαζε, τα αυτιά μας δεν ήθελε και πολύ να τα τραβήξει! Στην Αυστραλία, πριν να μάθουμε γράμματα, η δασκάλα έπαιζε πιάνο και μας έβαζε και λέγαμε τραγούδια μαζί της. Μετά μας μάθαινε τις νότες στο πίνακα να διαβάζουμε και αυτά πριν να μάθουμε την αλφάβητο!

Με τη κυρία Μυρσίνη μια φορά ενώ κάναμε μάθημα ένα απόγευμα, άρχισε να ακούγεται μια μουσική μπάντα. Τη ρώτησα τι είναι αυτό και μου είπε, πέθανε ένα κοριτσάκι δώδεκα χρονώ και ήρθε η φιλαρμονική του πτωχοκομείου να παίξει, πάμε κάτω να δούμε. Στο κεντρικό δρόμο του χωριού πλήθος κόσμου μαζί με τη φιλαρμονική να συνοδεύουν το κοριτσάκι για την εκκλησία. Άρχισα να κλαίω παρότι δεν ήξερα και ποιο ήταν το κοριτσάκι. Όλη αυτή η εικόνα με συνόδευε ως σήμερα στη ζωή και διερωτόμουν γιατί να φύγει από τη ζωή.
Η ζωή πολλές φορές, φέρνει τα πάνω κάτω, έτσι το 1971 βρεθήκαμε ξανά στην Αυστραλία αυτή τη φορά με το αεροπλάνο, με ταξίδι 2-3 ημερών, τα υπερατλαντικά ταξίδια με τα καράβια, θα ανήκαν πλέον στην ιστορία! Μόλις και είχα μάθει τα ελληνικά και όταν πήγα στο αγγλικό σχολείο δεν μπορούσα να αρθρώσω σχεδόν λέξη αγγλικών τα είχα ξέχασα όλα! Άιντε πάλι να τα μάθω και να τα ξαναθυμηθώ, ευτυχώς μετά από δύο μήνες τα κατάφερα και προχώρησα κανονικά στο αγγλικό το σχολείο. Όσο για το κολύμπι, στο δημοτικό στο σχολείο θα μας πήγαιναν για 15 ημέρες όλα τα παιδιά να μάθουν κολύμβηση και διάσωση. Φυσικά δεν χρειάστηκα να μάθω κολύμβηση, ας είναι καλά η ελληνική πατροπαράδοτη μέθοδος με τη γαλιά!
Τέλος


[1] Γιαγιά

[2] σπουργίτια στα τούρκικα

[3] Ήταν δασκάλα στο σχολείο του Σκοπέλου και παντρεμένη με το Γιαννατσή που είχε παντοπωλείο. Δεν είχε καταγωγή από τη Λέσβο. Τραγική μοίρα, είχε ένα μοναχοπαίδι τον Κωστή που ήταν φοιτητής στην Θεσσαλονίκη και όταν επέστρεψε, σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. 


Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2021

Η μπάρμπα Αντώνς η Μπαγκανότα. Τσάκωσά σι!, Τσάκωσά σι! Γιες οράιτ!


Η θειά Κατιρίν μι τουν Μπαρμπ’ - Αντών στο Ντάμ τους στο Τσάφ

Το μικρό ευτράπελο συνέβη πριν 30 χρόνια στο διπλανό κολπίσκο του Ταρτιού, το γραφικό Τσαφ. Γύρω στο '75 ο πατέρας μου είχε “τ' Καμπούρ (Γιώργου Χατζημανώλη) του καφινέ”, όπου μαζεύονταν όλοι εκεί. Ήταν μιαν εύρητα όπου εμφανίστηκε τουρισμός με Γερμανούς και λίγους Γάλλους. Ως πιο φιλελεύθεροι λαοί, πού και πού είχαν επιδοθεί στο γυμνισμό στις παραλίες μιας κι είχαν και την άγρια ομορφιά, και “ψ'χή δεν αγόταν”.


Η μπαρμπ - Αντών’ς
     Απ' το Τσαφ ξεκινούσε το πρωί ή και το απόγευμα ο μπαρμπα - Αντών'ς γι Λούπους ή γνωστός περισσότερο με τα παρατσούκλια “Εισαγγελέας ή Μπαγκανότας” για του Τάρτ'. Καταγόταν απ' του Πλωμάρ' (Πλαγιά) όπως και οι περισσότεροι που έμεναν στο Τάρτι. Ερχόταν πάντα περιποιημένος, περπατούσε με τα χέρια δεμένα πίσω και με ένα γαρίφαλο ή λουλούδι στ' αυτί. Το πρωί έπαιζε πρέφα με το σνάφιτ (που δεν ήταν άλλοι από τους, Αντών’ του Μαμάκο, Μπουτή του Φουσκουτό (Χρυσάφη), του Μπουτή του Κιζάν (Κρανιδιώτης), Γιώργο Ψώμο και άλλους) και το απόγευμα διέταζε “πινινταρέλ”. Ενίοτε επιδιδόταν και στο χορό, όταν το έφερναν οι περιστάσεις με τς τουρίστριες που “τουν ξισκόναν απ' του τραπέζ”, αλλά ποτέ δεν παραβαρούσε κανέναν, πάντα με το χαμόγελο. 


Η μπαρμπα - Αντών’ς πέρν’ μάτ’

    Το συμβάν, ήρθε ο ίδιος ο μπαρμ -Αντών'ς, χαριτολογώντας και μας το είπε στο καφενέ. H Πλωμαρίτ'σα γναίκατ' η θεια Κατιρίν', κάποιες μέρες τα μισμέρια τουν χάσι απ’ τα μάτια τ’σ, τσι ένι ήξερε που πάγαινε. Ένα μισμέρ' ίβγι έξω να ψάξ' να δει πού “αλλουγυρίζ”. Τουν κυάλαρι από μακριά να λουγιάζ' μέσα από του καλαμιώνα προς τ' θάλασσα. Κόντεψε να δει τι κάν', τσι τότις κατάλαβε τι γινόταν. Εδώ και καμπόσις μέρες η ίδια είχε δει τσ' τουρίστριγες χάμα λίμα να είναι τσιτσίδ' στ' θάλασσα τσι να λιαζόντι. Μόνου θ'μό τουν πλησιάζ' αθόρυβα τσι τουν λέγ' στα Πλωμαρίτικα: “Τσάκωσά σι!, Τσάκωσά σι!”, 
“Ε ντρέπισι να βλέπ'κς τσ’ καραπουτάνις;”
 Βγάζ' τ' παντόφλα τσι τουν αρχίνσει... ....... 


Ψαρεύοντας τ’ κακαβιά μι του καλάμ’ απ’ του Τσαφ

    Στα μέσα του '60 του ζευγάρ' πήγι να δει τα παιδιά τους που ζούσαν στην Αυστραλία, τότε ήταν μάλιστα που ο πατέρας μου βάφτισε κι ένα εγγόνι του, τουν Αντών' – που σήμερα μέν' στου ντάμ τ' παππού τ’. Η θειά Κατιρίν' για να συνεννοείται τότις, τσάτρα – πάτρα έμαθι τσι καμπόσα 'γγλέζκα. Άμανι γύρσι τ' ρουτούσαν: Εεε, θεια Κατιρίν', τι κάν'ς; τσ' απαντούσι στα 'γγλέζκα τσι στα Πλωμαρίτκα: Γιες, οράιτ (yes alright – είμαι καλά!)
Άϊντ αμ, χιρικίσματα σκ' μάνας!! (Άϊντε παιδί μου χαιρετίσματα στη μάνας)... 

 Θειός Σχωρέστους 
Παναγιώτης Αγιακάτσικας
Υ.Γ. Τις φωτογραφίες μου είχε δώσει ο Ράμσιν



Του ζιβγάρ μι του Ράμσεν






Τετάρτη 16 Ιουνίου 2021

Ορχιδέες, Γέρας, Λέσβου

Orchis tridentata SCOPOLI (Όρχις η τρίδοντη) Καριώνας, Γέρας


Orchis tridentata SCOPOLI (Όρχις η τρίδοντη) Καριώνας, Γέρας


Ophys cinereophila H.F.Paulus & C.Gack (Όφρυς η τεφρά) Τάρτι


Ophrys tenthredinifera (Όφρυς η τενθρηδών) Τάρτι


Ophrys ferrum-equinum DESFONTAINES (Όφρυς η πεταλοφόρος) Τάρτι


Orchis sancta L (Όρχις η αγία) Τάρτι


Anacamptis pyramidalis var. albiflora (nivea;) P. Delgforge
Πυραμιδούλα Λευκή, Καριώνας


Anacamptis pyramidalis (L.) L.C.M. RICHARD
Ανακαμπτίς η πυραμιδοειδής-πυραμιδούλα, Τάρτι


Anacamptis pyramidalis (L.) L.C.M. RICHARD
Ανακαμπτίς η πυραμιδοειδής-πυραμιδούλα, Τάρτι

Cephalanthera longifolia (κεφαλάνθηρο το μακρόφυλλο), Καργιώνας


Orchis laxiflora (Όρχις η αραιανθής) Λευκάρια, Κόλπος Γέρας


Orchis laxiflora (Όρχις η αραιανθής) Λευκάρια, Κόλπος Γέρας




Orchis Italica POIRET (Όρχις η Ιταλική) Τάρτι, Γέρας
(Φωτ.Στρατής Λιγηρός)


(Φωτ.Στρατής Λιγηρός)


(Φωτ.Στρατής Λιγηρός)


Oprys vernixia BROTERO ssp.orientalis H.F. PAULIS
(Οφρύς καθρεπτάκι) (Φωτ.Στρατής Λιγηρός)


(Φωτ.Στρατής Λιγηρός)


(Φωτ.Στρατής Λιγηρός)


(Φωτ.Στρατής Λιγηρός)


Όρχις η επαρχιακή - Όρχις provincialis Balbis ex Lamark & De Candolle, Καργιώνας


(Ophrys minutula) Λιγονάρι, Τάρτι

(Ophrys minutula) Τάρτι


Orchis papilionacea L.ssp.heroica (E.D. CLARKE) H.BAUMANN
(Όρχις η πεταλουδόμορφη - χρυσαλίδα, η ηρωική)
Φωτ. Στρατής Λιγηρός


Orchis papilionacea L.ssp.heroica (E.D. CLARKE) H.BAUMANN
(Όρχις η πεταλουδόμορφη - χρυσαλίδα, η ηρωική)
Φωτ. Στρατής Λιγηρός


Orchis papilionacea L.ssp.heroica (E.D. CLARKE) H.BAUMANN
(Όρχις η πεταλουδόμορφη - χρυσαλίδα, η ηρωική)
Φωτ. Στρατής Λιγηρός


Orchis anatolica BOISSIER
(Όρχις της Ανατολής) Καργιώνας, Γέρας


Orchis anatolica BOISSIER(Όρχις της Ανατολής) Καργιώνας, Γέρας


Όρχις η επαρχιακή - Όρχις provincialis Balbis ex Lamark & De Candolle, Καργιώνας


Orchis morio L.ssp morio (Όρχις η νηπιακή) Καργιώνας


Orchis morio L.ssp morio (Όρχις η νηπιακή) Καργιώνας


Ophrys sicula TINEO (Όφρυς η Σικελική) Τάρτι, Γέρα, Λέσβος


Dactylorhiza roman (SEBASTIANI) SO'O
(Δακτυλόριζα ή Ρωμαία) Καργιώνας, Γέρας Λέσβου


Orchis anatolica BOISSIER
(Όρχις της Ανατολής) Καργιώνας, Γέρας


Ophrys reinholdii H. Fleishmann, Καργιώνας Λέσβος


Serapias vomeracea (N.L.BURMAN) Briquet (Σεραπίας αλετράκι) Τάρτι, Γέρας

Καριώνας, Γέρας Λέσβου


Καριώνας, Γέρας Λέσβου

Τάρτι, Γέρας Λέσβου


Τάρτι, Γέρας Λέσβου

Φωτογραφικό αρχείο 2006-2021,  Παναγιώτης Αγιακάτσικας




Παραδοσιακά Όργανα της Λέσβου, ο ζουρνάς

Αναζητώντας τα ίχνη του ζουρνά στη Γέρα Παλιός ζουρνατζής στην Αγιάσο της Λέσβου Μέρος Α' Καθότι ήδη φθάσαμε κοιτώντας πίσω την παράδο...