Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Νίκος Ζωγράφος - Μουσικός

 Νίκος Ζωγράφος



Ο Νίκος Ζωγράφος στο περιβόλι του στην Ευρειακή

Όταν είχα επισκεφθεί πέρσι τον Αύγουστο το Γιάννη Παναγή μου συνέστησε να πας να βρεις και το φίλο μου το μεγάλο καλαμπουρτζή το Νίκο το Ζωγράφο στη ’βρειακή… Πράγματι εκεί ήταν… από τη κουβέντα που κάναμε, (ακόμη δεν προλάβαμε να γνωριστούμε) πολλές φορές τσλιχτήκαμι στα γέλια”. Nομίζω είναι ένας από τους πλέον αξιαγάπητους του Παλαιοκήπου...

Ο Νίκος ο Ζωγράφος 84 ετών, πλέον είναι ο μοναδικός εν ζωή μουσικός της γενιάς των φυσερών (πνευστών ή χάλκινων) που έχει παίξει και προπολεμικά. Ξεκίνησε με το ευφώνιο (μπάσο) και λόγω της μειωμένης ζήτησης των φυσερών και του εκμοντερισμού της εποχής εκείνης άλλαξε σε ακορντεόν. Γνώστης της μουσικής, μαζί με τον αδερφό του Ερμόλαο (γνωστός σαν ’ρολογάς) που έπαιζε κλαρίνο είχανε το σπουδαίο Παλαιοκηπιανό συγκρότημα φυσερών το οποίο συμμετείχαν οι συγχωριανοί τους: Προκόπης Λινάρδος τρομπόνι, Ευστράτιος Κουτσαφτής τρομπόνι, ο γαμπρός τους Κώστας Τσώλος τρόμπα και ο Παναγιώτης Κουρκουλής σαντούρι. Ανάλογα και με τις περιστάσεις, το σχήμα πλαισιωνόταν από μουσικούς και από τα άλλα χωριά όπως ο Κονδύλλ’ς ο Κωνσταντέλλιας σαντούρι, ο αδερφός του Κώστας βιολί, ο Μαντής ο Νίκος κιθάρα. Ο Νίκος Ζωγράφος έπαιξε σε πολλά αλλά σχήματα και εκτός Γέρας, αλλά απ’ ότι δείχνουν και αρκετές φωτογραφίες που μου έδειξε ένα άλλο σταθερό σχήμα αργότερα ήταν αυτό μαζί με τους Γιώργο Μπατζάκα, μπουζόυκι, Γιάννη Αρβανικάτη (ή Αγγελόπουλο, μπουζούκι-κιθάρα, Μιχάλη Βερβέρη (ή Τουρκογιάννη) βιολί, Κώστα Κωνσταντέλλια βιολί, Κοδύλλ’ Κωνσταντέλλια ντραμς. Η συζήτηση που ακολουθεί έγινε τον Αύγουστο του 2002 στο περιβόλι του στην Ευρειακή…


Το Παλαιοκηπιανό συγκρότημα στο Ίππειος

Κυρ’ Νίκο θα μας πεις τη δικιά σου ιστορία, από πού καταγόσαστε, ποιες είναι οι μουσικές σας ρίζες, από ποιους εμπνευστήκατε και με ποιους παίξατε μαζί.

Λοιπόν…γεννήθηκα το 1919 και μεγάλωσα στο Παλαιόκηπο. Πήγα σχολείο 5 χρονών και τελείωσα το δημοτικό 11. Ο πατέρας μου, μου πρότεινε να πάω σε ένα σιδεράδικο το οποίο με γύρεψε στείλε τουν μ’κρόν έτσινας να μι βαστά να μι βοηθά…μπορούσαμε να πούμε τσι όχ’;” “Τότες τριάντα χρουνών καθούμασταν σούζα!. Τελικά πήγα εκεί, έμαθα τ’δουλειά αλλά δεν μου άρεσε, πετάλωνε τότες ήταν και πεταλωτής, έφτιαχνε κασμάδες. Έφυγα 14 χρονών και πήγα τσαγκάρ’ς σε ένα μάστορα…αλλά τι συνέβη τότις…ο αδερφός μου (Ερμόλαος) ήρθε τότε, ήταν στη στρατιωτική ορχήστρα στη Καβάλα, του κλαρίνου που βλέπ’ς θέλαν να τον κρατήσουν, δεν ήθελε και έφυγε. Είχαμε τότες ένα μαγαζάκ’ και είχαν μαζευτεί 5-6 φίλ’ ιτ κι τσ’ έδειχνε μαντολίνο. Λοιπόν καθόμουν και ’γω μικρός και κοίταζα…λέγου θα μι δειξ’ τσι μένα…λέγ’ δε μπορώ είσι μ’κρός άσι να πειράσουν δυο-τρία χρόνια τσ’ύστερα…λέγου στου πατέρα μ’ έτσ’ κι έστ’ θέλου αμ’ δείξ τσι μένα.

Κάθε μάθημα, το μάθαινα απ’έξω σε ένα μήνα ήξερα να διαβάζω μουσική. Ήμουνα ένα φαινόμενο στη μουσική…του είπαν όλ’ οι μουσικάντις τ’ς Μυτιλήν’ς. Σε τρεις μήνες με έβαλε να παίζω εμφώνιο γιατί με χρειαζόνταν στο συγκρότημά του. Είχε τρομπόν’, είχε κλαρίνου και ήθελε είδους ακοπανιαμέντου με το μπάσο. Μου αγόρασε ένα εμφώνιο από την Αθήνα και μου έδειξε ΦΑ κλειδί και έτσι ξεκίνησε το συγκρότημα. Τέλος πάντων πήγαμε να παίξουμε στο Πανηγύρι Τσ’ Παναγιάς στ’ Αγιάσο και το πρωί μαζευτήκαν γ΄Αγιασώτις, μι διπλαρώσαν –τι θέλουν τούτ’- που έμαθες, ποιος σε έμαθε…


Άλλα όργανα εκτός από το ευφώνιο γνωρίζατε;

Ξέρω τρουμπόν’ ξέρω τρόμπα, ακορντεόν, λίγο βιολί έπαιζα. Άμα γνωρίζεις μουσική όλα μπορείς να τα μάθεις με μία «μέθοδο». Με το «αφτί» δεν μπορείς να βρεις μια αρμονία, μια συγχορδία, μία ελαττωμένη, θέλει νότες.

Το Παλαιοκηπιανό συγκρότημα με ποιους ξεκίνησε;

Ήταν ο αδερφός μου, ο Προκόπ’ς ο Λινάρδος τρουμπόν’ ο Τσώλος όλοι της στρατιωτικιάς σχολής, ήταν το Παναγιώτ’ς ο Κουρκουλής, σαντούρ’, βιολί ο Κώστας ο Κωσταντέλλιας και πότε ο πατέρας του Γρηγόρης.

Πότε άρχισε αυτή η κομπανία;

Άρχισε το ’35 όταν μπήκα εγώ μέχρι το ’52.

Μετά ο κόσμος δεν άρεσε στα φυσερά πια;

Βγήκαν τα καινούρια τα όργανα…ήταν τ’ς φυλακής… μετά τα βγάλαν στο φανερό

Εν τω μεταξύ βρέθηκε κάποιος που τα έβαλε και στα σαλόνια …ήταν ο Χιώτης.

Χάλασε το συγκρότημα…εγώ τώρα ήθελα να πάρω ένα σαξόφωνο…

Γιατί σαξόφωνο;

Γιατί δεν περνούσαν τα όργανά μας, δεν μας έπαιρνε ο κόσμος να δουλέψουμε. Αρχίσαν, βιολιά, μπουζούκια, σαντούρια, κιθάρες, απ’ ανάγκη παίρναν και μια τρόμπα κανένα κλαρίνο. Είπα θα πάρω ένα σαξόφωνο άρεσε στο κόσμο, μια που είναι και φυσερό θα το μάθω γρήγουρα. Έκανα παραγγελία σε κάποιο φίλο στη Καβάλα μουσικό να μη στείλ’ ένα σαξόφωνο, του βρήκε, πόσα κάν’ έτσι-αλλιώς και πριν να στείλω τα λεφτά αποδέχουμε κάποιον μουσικό Κώστα από το Σκόπελο… να κάνουμε συγκρότημα…έχω παραγγείλει ένα καινούργιο όργανο του είπα και αυτός μου λέει να πάρεις ακόρτεον”. Θα πάω να του πάρου αφού θέλετε ακόρντεον, α του αφήσου του άλλου. Πήγα πραγματικά στη Μυτιλήνη και του πήρα… γώ δεν ήξερα καθόλου να παίξω αυτό το όργανο από την μια ΣΟΛ κλειδί και από την άλλη ΦΑ. Ήρταν αυτοί λέν θα παίξουμε. Μπας είστε τρελοί λέγω… ‘γω είμαι παλαιός μουσικός δε γίνουμαι ριζίλ’, λέγ’ θα παίξουμε …τσι που θα παίξουμε αύριο; Στ’ Πατουμέν’. Καλά λέω που θα πιάσω το ΡΕ ματζόρε δεν ήξερα…(γελάει) έ θα πιάνς’ έφτου πέρα τσι βλέπουμε. Κάτσα τσι γω πας του πάλκου τσι έκανα πους έπαιζα. Μαζευτήκαν από κάτου οι μουσικάντες γελούσαν – λέγου άμα κατέβου κάτου θα μπατσιάσου κανένα, αφού το ξέρετε ότι χτες του πήρα…τι θέλετε να κάνου ρε (σε αυτό το σημείο έχουμε σκάσει και οι δυό από τα γέλια!!!)


Με το συγκρότημα του Γιώργου Μπατζάκα


Πως τα έβγαλες πέρα;

Καμιά φορά σταμάτησα να παίζω μαζί τους και λέγω θα μελετήσω. Πάω λοιπόν στ’ Μυτιλήνη, βρίσκω δάσκαλο πιανίστα αγόρασα και μια μέθοδο για ακορντεόν και με ρώτησε αν ξέρω μουσική…αφού είδε τι ξέρω μου λέει πάρε την μέθοδο στου σπίτ’ς γιατί συ ξέρ’ς πιο πολλά από μένα. Κάθισα και μελέτησα …και αφού έστρωσα λίγου έπαιξα μαζί με κάτι Λουτραγώτες 4 χρόνια. Έπαιζα και αρκετές φορές τρομπόν, μας είχε δείξει ο Γεωργαλάς ο Στέλιος (Βούρδουλας) που έπαιζε πολύ καλά και διάβαζε μουσική, είχε δείξ’ στου Προκόπ’ και στον αδερφό μ’. Πήγα με τους Γιαννακουδάκηδες (τραγουδιστές μυτιληνιοί που ξέραν και άλλα όργανα) 4 χρόνια, από εκεί πήγα στου Δουβαλέτα (Νίκος-Μυτιληνιός μπουζουξής), 4-5 χρόνια μι του Αηδόν (Γιώργιο Ανδρέου), με Αγιασώτες έπαιξα κανέ χρόνο αλλά μ’ έπεφτε άβολα και σταμάτησα. Έπαιζα 15 χρόνια και με ένα Βρισαγώτικο συγκρότημα, παίζαμε στα Βατερά, μετά αρρώστησα ήμουν 72 χρονών και σταμάτησα και από εκεί.

Το Σπάρταλη τον είχες γνωρίσεις…

Βέβαια…πέθανε πέρσι…αλλά πρόλαβα τσι πήγα τσι τουν είδα. Έπαιζε ωραίο ακορντεόν. Έπαιξα και με το Στράτο (Αράμπογλου) του έδειξα λίγη μουσική.

Είχατε άλλους μουσικούς στην οικογένειά σας;

Όλοι οι μουσικοί που πέρασαν από εδώ ήταν πρόσφυγες. Μουσικός ήταν και ο θείος μου (Ευάγγελος Σωτηρίου), τσ’μάνας μου ο πατέρας και ο αδερφός, έπαιζε βιολί και τραγουδούσε ωραία. Μάλλον του σόι μας ήταν λίγο-πουλύ μουσικάντ’κου. Αφού ήταν ο θείος μου μουσικός πήρα και ’γώ μια φλέγα και ο αδερφός μου. Ο παππούς μας ήταν λέει στη Πόληο πρώτος ψάλτ’ς και το όνομα που τον ξέραν ήταν Μπουλμπούλ’ς”. Μέχρι τώρα προ είκοσι χρόνια δεν μας ήξερε κανένας ότι λεγόμαστε ΖουγράφδειςΜπουλ’μπούλδεις, Μπουλ’μπούλδεις…Γιατί λέγαν του παππού μ’. Ρώτ’σα να μάθου…και μ’είπαν ότι τουρκικά λέν’ τα πουλιά ή μάλλον του αηδόν λέγεται μπουλ’μπούλ’. Ενώ δεν ήμασταν πρόσφυγες εκείνος πήγε ένα καιρό μια εποχή. Εμένα μι ξέρουν σα του Ν’κουλελ’ του Μπουλ’μπουλέλ’

Πες μας και για τον αδερφό σας.

Γεννήθηκε στον Παλαιόκηπο το 1909…

Πως έμπλεξε και αυτός με τις μουσικές;

Έκανε παρέα το θείο μου του Βαγγέλ’. Είχε πάει στη Σμύρνη και παντρεύτηκε εκεί…και μετά (γελάει…) ήρθε σαν πρόσφυγας εδώ. Ο μπάρμπας μου ήταν και τσαγκάρης και ο πατέρας μου επίσης. Κάναν παρέα και άκουγε το θείο μου που έπαιζε βιολί και σιβνταλάτ’σε …σι λέει τσι ‘γω να μάθου… Σε ποιόν να μάθει…τότε και αυτός πρόσφυγας πήγε στο Γεωργαλά στο Σκόπελο …μεγάλος μουσικός…εγώ τουλάχιστον όσο ζω τόσο θα τον μνημονεύω. Έβγαλε πολλούς εδώ πέρα…τον αδερφόμ’ του Προκόπ’ και τα ρέστα…Τρουμπουνιστής … ήταν σε θέσει να δείξει πολύ μουσική. Είχε λοιπόν βγάλ’ του γυμνάσιο …ήταν αριστούχος…όλο μας το σόι ήταν…και γύρεψε απ’ του πατέραμ’ να μαθ’ μουσική. Πήγε και πλήρωνε 100 δραχμές το μάθημα. Πήγαινε από το Παλαιόκηπο στο Σκόπελο…και αν δεν το εκτελούσε καλά, πήγαινε πίσω τσι ήθελε άλλο κατουστάρ’.

Ξέρ’ς πόσου ήταν το κατουστάρ’; Ήταν τρία μεροκάματα μικρά. 30-35 δραχμές παίρναν οι εργάτες και οι τεχνίτες 45-50 και τα ρέστα. 100 μαθήματα πήρε ο αδερφός. Ιμ…λουγάριασε πόσα ’κατουμύρια…;

Μετά που έπαιξε;

Έπαιζε με άλλα όργανα περιστασιακά και μετά πήγε και γράφηκε εθελοντής μουσικός, αλλιώς θα υπηρετούσε. Έκανε κάμποσα χρόνια, έκανε τη θητεία του, έμεινε έκανε ανακατάταξη και έκανε στην Αθήνα στην Καβάλα στη Θεσσαλονίκη…και μετά ήρτι…

Όταν μου μάθαινε μουσική ήθελα και εγώ να πάω, αλλά δεν μ’ άφησε αυτός…

Το όνειρό μου ήταν να γίνω αρχιμουσικός στο στρατό…

Στο στρατό τον αδερφό μου τον βάλαν και έπαιζε ευφώνιο. Τουν είπαν να μην’(ει) να τουν δώσουν ένα γαλόν’. Αυτοί πέρναν 30 δραχμές την ημέρα, τελικά δεν έμεινε. Αλλά τι έκανε, ήρτι γυρίζοντας με ένα κλαρίνο, μελέτησε κλαρίνο και έπαιζε κλαρίνο μαζί μας.

Με το Καμπά (Γιώργο) είχατε παίξει μαζί;

Ναι με όλο του συγκρότημα πολλές φορές μαζί, το μόνο που μπορώ να συ πω απ’ του Καμπά ότι δε υπήρχε πιο γλυκό όργανο από το κλαρίνο που έπαιζε, μεγάλος τεχνίτης. Να πούμε ότι το συγκρότημα ήταν ένα σύνολο πολύ ωραίο και σε ορισμένα ταξιμάκια που έκανε ήταν υπεράνω όλων. Είχε την ηλικία του πατέρα μου.

Τι τραγούδια παίζατε μαζί;

Όταν ανεβαίναμε επάνω στο πάλκο αρχικά παίζαμε φοξ-τροτκαι ύστερα τα τραγούδια.

Μυτιληνιά ποια παίζατε;

Το Γεραγώτκουαπό ΡΕ ματζόρε και το Μανταμαδιώτικο”, το οποίο γεραγώτκο το διεκδικούσαν οι Αγιασώτες. Με ρωτήσαν πολλές φορές, είπα είναι γεραγώτκου.

Είναι το καλύτερο συρτό, σα που παίζαμε του Αδρυμιτιανό” , “τ’Συλίβρια”.


Γάμος στο Παλαιόκηπο


Τα Ξύλα;

Δεν ήξερα ότι το λέγαν έτσι όταν μου το ζητήσαν πρώτη φορά, εγώ το ήξερα σαν Κιούρτικο”…πως έγινε αυτό δεν το ξέρω…

Το Κουρκουλήτον θυμόσαστε;

Βέβαια ήταν γέρος, έπαιζε με το Παλαιοκηπιανό συγκρότημα σαντούρι και πότε ο Κοδύλλ’ς o Κωνσταντέλλιας. Στ’ν αρχή η Κονδύλλ’ς έπαιζε σαντούρ’ μετά του γύρσι στου τζάζ. Λοιπόν ο Κονδύλλ’ς είναι τιτραπέρατους, θυμητικό που δεν έχ’ κανένας, πουλύ θάρρους μπήγετε σ’όλες τσ’δουλειές και επιδέξιους πουλύ. Ότ’ να π’γιάς θα του βγάλ’ πέρα, με τη διαφορά δε θα του τελειώσ’.

Για το Τσώλο;

Ήταν από τα Μιστεγνά, Μιστιγνώτς, γαμπρός ιμ ήταν έπαιζε τρόμπα....

Τα παιδιά του ζουν στην Αφρική, έχουν κάνει περιουσία...

Έτυχε να παίξετε με γνωστούς μουσικούς;

Με τη Φωτεινή Μαυράκι...

Έχω ακουστά ότι ο Μάρκος Βαμβακάρης είχε παίξει στο Παλαιόκηπο είναι αλήθεια;

Ήμουν μ’κρός δεν ήμουν μουσικός ακόμη, ήρθε στο Παλαιόκηπο και έπαιξε στο Σταθμόπου λέμε. Στ’ Αμαρτίαςπου λέγαμε αλλ’ φορά

Ήσασταν εκεί όταν έπαιξε;

Βέβαια εκεί (γελάει)!!!!! Ήταν ο Βαμβακάρης, ο Στράτος (Παγιουμτζής) και άλλοι δύο.

Ποιά χρονιά;

Μπρος πίσου του τριάντα (1930-32), απλό παίξιμο, απλό τραγούδι τότε είχαν πρωτοβγεί. Μια φορά είχα παίξει στη Μυτιλήνη και με το Χατζηχρήστο...


Κάπου εδώ τελείωσε και η συνομιλία με το Κυρ Νίκο...πάνω από δυό ώρες μιλούσαμε και για πολλές άλλες ιστορίες του!!!


Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Παραδοσιακά Όργανα της Λέσβου, ο ζουρνάς

Αναζητώντας τα ίχνη του ζουρνά στη Γέρα

Παλιός ζουρνατζής στην Αγιάσο της Λέσβου

Μέρος Α'
Καθότι ήδη φθάσαμε κοιτώντας πίσω την παράδοση και ειδικότερα τη μουσική παράδοση της Γέρας και της Λέσβου, υπήρχε το γνωστό όργανο ο “ζουρνάς” και η παρέα του, το “νταούλι”, που ήταν κυρίαρχα στη διασκέδαση, τη δημιουργία του ρυθμού και της μελωδίας που ακόμη και σήμερα ο απόηχος του δεν έπαψε. Επάνω του θα ακουμπήσει ο χορευτής, εκεί που το ζεϊμπέκικο είχε πρωτοπαιχθεί, κυρίαρχα σε γάμους, γλέντα, πανηγύρια. Θεωρούνται μικρής αξίας και σημασίας που παραδόξως, οι αναλύσεις και οι αναφορές είναι ελάχιστες, οι παραστάσεις τους μαζί με χορευτές σε υπαίθριους χώρους, σε γάμους εμφανίζονται σε πολλούς πίνακες περιηγητών. Η αλήθεια πάντα υπήρχε η απορία πριν το βιολί και το κλαρίνο, το σαντούρι πως παιζόταν η μουσική στο νησιά μας. Αυτά τα όργανα στη μορφή που είναι και σήμερα είχαν διαδοθεί, σποραδικά, γύρω στο 1850, όπου αρχίζουν να υπάρχουν και κάποιες αναφορές. Πριν οι διασκεδάσεις όπως και πολλές παραστάσεις χορών, πανηγυριών, γάμοι, το νταούλι-ζουρνάς έπαιζαν το πρώτο ρόλο, ακόμη στα νησιά του Αιγαίου θα δούμε παράλληλα να υπάρχει ο ταμπουράς. Η ζυγιά αυτή μέχρι πριν 40-50 χρόνια ακόμη υπήρχε και διασκέδαζε το κόσμο ακόμη και στη Γέρα. Το παρακάτω άρθρο, δείχνει νοερά μια εικόνα πως ήταν, μέσα από τους μουσικούς, και εξιστορήσεις το σκηνικό με τα ξεχασμένα όργανα.

Οι ρίζες του ζουρνά πάνε πίσω στην αρχαία Ελλάδα και στον αυλό, ακόμη πιο πίσω στα πρώτα πνευστά που δημιούργησε ο άνθρωπος με τρύπες σε κόκαλο. Πριν την εμφάνιση του κλαρίνου στην Ελλάδα, γύρω στα 1830, ο ζουρνάς, σύμφωνα με τον Ζακυνθινό συνθέτη Παύλο Καρρέρ, χαρακτηρίζονταν ως εθνική φλογέρα. Χαρακτηριστικά αναφέρει στα "Απομνημονεύματα "του ότι είδε "...να τραγουδούν και χορεύουν, παίζοντες τας εθνικώς φλογέρας και τα νταούλια".

Είναι ένα ξύλινο πνευστό που έχει οξύ ήχο, χρησιμοποιεί διπλό γλωσσίδι και είναι δεμένο με την Ελληνική παράδοση, τα Βαλκάνια, τη Μικρά Ασία, φθάνοντας στη Κεντρική Ασία μέχρι την Άπω Ανατολή. Μαζί με το νταούλι κάνουν τη ζυγιά, “νταούλι-ζουρνά” και πολλά χρόνια ήταν κυρίαρχα σε γάμους και γιορτές από τα Βυζαντινά χρόνια. Με τη εμφάνιση του κλαρίνου στις αρχές του 19ου και τη διάδοσή του από τις Οθωμανικές στρατιωτικές μπάντες και τους πλανόδιους αθίγγανους μουσικούς, το όργανο σχεδόν εξαλείφθηκε, χωρίς όμως και να εξαφανισθεί. Στη Τουρκία και στα Βαλκάνια ακόμη και σήμερα είναι πολύ διαδεδομένο σε γάμους και εκδηλώσεις. Στη Ελλάδα ήταν διαδεδομένο παντού σε όλα τα άκρα, από το Ιόνιο Πέλαγος, την Ήπειρο, την Μακεδονία, τη Θράκη, τη Μικρά Ασία, καλά όμως κρατάει στο Νομό Σερρών. Στη Λέσβο ήταν όργανο που υπήρξε παλαιότερα και ήρθε από τη Μ. Ασία. Από αναφορές, όπως στην Αγία Παρασκευή, οι Γιουρούκοι μουσουλμάνοι νομάδες που μετανάστευσαν στη Λέσβο από τη Μικρά Ασία έρχονταν και έπαιζαν με νταούλια και ζουρνάδες στα πανηγύρια και ιδιαίτερα στη γιορτή του Ταύρου. Τουρκόγυφτοι παιρνούσαν απέναντι και έπαιζαν στα πανηγύρια και τις διασκεδάσεις των ντόπιων στη Σκάλα Σκαμιάς όπως μας περιέγραψε ο Στρατής Μυριβήλης το 1938 στο βιβλίο του, “Ο Βασίλης Αρβανίτης”. Στο στο διπλό Cd Λέσβος Αιολείς, ένα από τα δύο εξώφυλλα του δίσκου κοσμεί φωτογραφία με νταούλια και ζουρνάδες από Μικρασιάτες οργανοπαίχτες, στο Μεσότοπο. Και ενώ ο ζουρνάς παιζόταν σε όλη τη Λέσβο, σταδιακά έγινε μετάβαση στο κλαρίνο, παράλληλα οι οργανοπαίχτες δεν έπαψαν να παίζουν και τα δύο όργανα για να ανταποκριθούν ανάλογα τις περιστάσεις.
Σε μια και μοναδική συνέντευξη ο Αγιασώτης από τους τελευταίους οργανοπαίχτες του ζουρνά, Μιχάλης Μουτζουρέλλης ή “Λαγός”, που έπαιζε επίσης νταούλι, φλογέρα και κυρίως το κλαρίνο, μας λέει: Νταούλι και ζουρνά έπαιζε ο πατέρας μου Γρηγόρης, όπως και ο αδερφός του Αριστείδης. Έπαιζε σε γάμους, τ
ότες δεν υπήρχαν μουσικοί… Τους παρακαλούσαν να πα’ να παίξουν. Σ’ όλη την περιφέρεια… κι έπειτα, ανάλαβα εγώ, πάλι πηγαίναμε. Δεν προτιμούσαν τις μεγάλες κομπανίες γιατί ήταν πιο ακριβοί και δεν επαρκούσαν, γιατί γλεντούσαν τότες, τα παλιά χρόνια γλεντούσαν πολύ οι άνθρωποι. Κάποιοι παίρναν τη μουσική ας πούμε την καλή και οι άλλοι εξ ανάγκης φώναζαν τον πατέρα μου…

Πίσω στο μέσον ο μικρός με το ζουρνά, μπροστά ο Γιώργος Καμπάς. 
(Η εικόνα έχει επεξεργαστεί σημαντικά με ΑΙ) ~1930 

Αναζητώντας τα ίχνη του ζουρνά στη Γέρα...θα ξεκινήσουμε από τον Αγιασώτη Γιώργο Καμπά (ή και Χριστοφαρή) πού ήταν στο συγκρότημα των Νείρων ή Καμπάδων στο Παπάδο. Από τη πρώιμη φωτογραφία ο Καμπάς εικονίζεται να παίζει κλαρίνο στο γάμο του Γιώργου Κουντουρά στο Σκόπελο το 1880. Σε μια άλλη φωτογραφία μετά από πενήντα χρόνια αρχές στις του '30 εικονίζεται ηλικιωμένος πλέον σε μια εκδρομή με φίλους και άλλους μουσικούς στον Άγιο Ερμογένη. Το χαρακτηριστικό της φωτογραφίας ότι απεικονίζει έναν πιτσιρικά πίσω του να παίζει ζουρνά, χωρίς αμφιβολία και ο ίδιος θα τον έπαιζε σε άλλες περιστάσεις. Βλέπουμε λοιπόν τη διαδοχή του οργάνου, χωρίς όμως και την ταυτόχρονη εξαφάνισή του.

Τη δεκαετία του '50 στο Μεσαγρό εμφανίζεται μια παραδοσιακή ζυγιά, “νταούλι-ζουρνά”, γνωστά ως τα “Ντουμουζέλια”, τα αδέρφια Παναγιώτης Καραδούκας στο ζουρνά και Παράσχος στο νταούλι. Άγνωστο πως έμαθαν, από που είδαν και δημιούργησαν αυτή τη ζυγιά, εν μέσω αλλαγών της μουσικής την εποχή που όλοι στρέφονται προς τις κομπανίες με μπουζούκι. Εμφανώς θα παίζουν σε πανηγύρια, παρέες, καφενεία, και όπου τους καλούσαν. Σήμερα ακόμη υπάρχουν πολλοί που τους θυμούνται ακόμη!

Από μια συνέντευξη που είχα πάρει στο Γιώργο Χατζημανώλη ή Καμπουρέλ, συνεχώς τον ρωτούσα για μου ξαναλέει αυτή την όμορφη ιστορία.

-Μου είχες πει μια ιστορία με το νταούλι και το ζουρνά που είχε παλαιότερα η Γέρα.
Από το Μεσαγρό, ο Παράσχος και ο Παναγιώτης Καραδούκας, αυτοί ήταν οι «νταβουλτζήδες». Γύριζαν τα πανηγύρια και όποιος τους αρπούσε. Αυτά τα δύο όργανα μπορούσαν να φέρουν αποτέλεσμα και να γλεντήσουν το κόσμο. Μια φορά θυμάμαι ήμουν πιτσιρικάς στο πανηγύρι του Αγίου Γρηγορίου που γίνεται στις 10 Ιουλίου, τους πήρα και τους έφερα στο Τάρτι. Και συγκεκριμένα ο πατέρας μου έπινε ούζο με ένα φίλο του μέσα στην αυλή μας και τους έβαλα να παίξουν από μακριά το «Σαν τα μάρμαρα της Πόλης». Ο πατέρας μου μέσα στα βνά ακούει την ορχήστρα να παίζει, και ήταν όλο χαρά και γέλια. Ώ ρε έρχονται για μένα! Ο ζουρνάς και το νταούλι ακούγονταν από το Αϊ Γληγόρ' στο Τάρτι, ο δε ζουρνάς τσίριζε, το δε νταούλι ακουγόταν ντουπ ντουπ. Στο Παπάδο ο πατέρας μου είχε ένα καφενείο μια «καρτσολί» και κάθε Σαββατοκύριακο έπερνε αυτούς τους δύο και παίζαν. Μαζεύονταν όλοι οι καλοί καλοί και χορεύαν τότε, γιατροί, δικηγόροι, του Παπάδου. Παίζαν ζεϊμπέκικα σαν το ΜΙ (Αϊβαλιώτικος), την Πέργαμο, καρσιλαμάδες τέτοια.

Από τη συνέντευξη αυτή βλέπουμε ότι δεν υπήρχε απόλυτο στεγανό, ποιά κοινωνική τάξη θα απολάμβανε τη μουσική της ζυγιάς που περισσότερο προτιμούσε η κατώτερη τάξη, η ανώτερη τάξη για το θεαθήναι θα έπρεπε να δείχνει τις κοσμοπολίτικες καταβολές σε συνεστιάσεις, μπάλους, με άλλους χορούς, καθώς πρέπει μετά των συζύγων, χορεύοντες ευρωπαϊκά βάλς, φοξ τροτ, τανγκό και περιορισμένη λαϊκή μουσική όπως γινόταν στη Γέρα, ενώ οι ίδιοι όταν θα αφαιρούσαν τον μανδύα της τάξης, θα απολάμβαναν τη λαϊκή μουσική χωρίς συστολές, με λαϊκούς μουσικούς, χορεύοντες ζεϊμπέκικα και καρσιλαμάδες, πίνοντας τα ρακιά τους, στο ρυθμό του νταουλιού και στον εκκοφαντικό ζουρνά! Παρατηρούμε ότι η ζυγιά είχε αρκετή πέραση και “Αυτά τα δύο όργανα μπορούσαν να φέρουν αποτέλεσμα και να γλεντήσουν το κόσμο”. Η καλή μουσική δεν έχει να κάνει με ποιά όργανα, άλλα πόσο καλά τα έπαιζαν οι μουσικοί, και μπορούσαν να διασκεδάσουν το κόσμο. Οι νταβουλτζήδες γυροφέρναν από τραπέζι σε τραπέζι και όσα “αρπούσαν”!



Η τελευταία εμφάνιση με νταούλι και ζουρνά στα πανηγύρια της Γέρας, κυρίως της Αγίας Μαγδαληνής, ήταν με το Στρατή Αρβανιτέλλη που έπαιζε ζουρνά και κλαρίνο, γνωστός σαν “Αριστέλ”, έπαιρνε του γαδουρέλ ιτ από το Ίππειος και ερχόταν να παίξει. Ντουέτο έκανε με τον καντηλανάφτη από το Σκόπελο, Βαγγέλη Τρύπατζη που κρατούσε το νταουλ', κάναν γύρα σε όλα τα παράπλευρα καφενεία στο πανηγύρη της Αγιάς Μαγδαληνής μάζευαν μπαχτσίσι, και διασκέδαζαν το κόσμο. Μάλλον με περίσσεια συγκίνηση ο φαρμακοποιός Στέλιος Ευαγγελινός τράβηξε μια μοναδική φωτογραφία στο τσακίρ κέφι και τους αποθανάτησε στο Πανηγύρι της Αγίας Μαγδαληνής στο Σκόπελο το 1977, τον Αριστή να φυσά το ζουρνά και το Βαγγέλ' να χτυπά το νταούλι. Το μοναδικό μουσικό δείγμα που έχει διασωθεί από τη Λέσβο είναι από την Αγία Παρασκευή όπου μέχρι και τα τελευταία υπήρχαν ερασιτέχνες που έπαιζαν νταούλι και ζουρνά της αποκριές. Το κομμάτι Ντιντικνιά είναι αποκριάτικος σκοπός και περιέχεται στο διπλό δίσκο Λέσβος Αιολίς σε επιμέλεια Νίκου Διονυσόπουλου, παίζουν οι Τζάνος Νίκος ζουρνά και Γιάννης Μπιλαντέρης νταβ'λελ. Αξιοσημείωτο ότι ακόμη και οι Beatles στο κομμάτι τους, στη σύνθεση του George Harrison, The Inner Light, το οποίο ήταν ηχογραφημένο στη Βομβάη με Ινδούς μουσικούς, παίζει καθαρά τη βασική μελωδία ο Ινδικός ζουρνάς που ονομάζεται shehnai.

Στον απόηχο ο ζουρνάς και το νταούλι εμφανίζονται ακόμη στις καθημερινές μας εκφράσεις όπως,
η τελευταία τρύπα του ζουρνά, ζορ ζουρνά, δυο λαλούν και τρείς χορεύουν ή τρεις λαλούν και δυο χορεύουν, που παραπέμπει στη διπλή ή τριπλή ζυγιά ή όπως λέγεται ακόμη στα τούρκικα στο Ίππειος, bir davul, iki zurna, ένα νταούλι δύο ζουρνάδες (ο ένας παίζει το σκοπό και ο άλλος το ίσιο).
Μια ακόμη παροιμία που είναι πολύ γνωστή στη τουρκία, “Kızı gönlüne bırakırsan ya davulcuya kaçar ya zurnacıya.” που σημαίνει,
αν δεν προσέχεις τη κόρη σου θα το σκάσει ή με νταουλτζή ή με ζουρνατζή.

Παραφρασμένη η ίδια απαντάται και στον ελλαδικό χώρο,
Αγάπα η Μάρω το χορό και βρήκε άντρα ζουρνατζή. Και άλλες όπως

Γάμος δίχως νταούλια χωριό χωρίς σκυλιά

Για το νταούλι, ο ζουρνάς, για το χαμάμ, η γούρνα

Αλλού παντρεύεται η νύφη, αλλού βαρούν τα νταούλια

Θα σε κάνω νταβούλ στου ξύλου.

Βλέπουμε ότι ο ζουρνάς και το νταούλι παρότι χάνονται μέσα στο χρόνο, οι παροιμίες και οι φράσεις μας θυμίζουν ότι υπήρξαν και μάλιστα πολύ στο βιός των ανθρώπων σε άλλες εποχές.


Νίκος Ζωγράφος - Μουσικός

  Νίκος Ζωγράφος Ο Νίκος Ζωγράφος στο περιβόλι του στην Ευρειακή Όταν είχα επισκεφθεί πέρσι τον Αύγουστο το Γιάννη Παναγή μου συνέστησε “ να...