Τετάρτη 16 Ιουνίου 2021

Ορχιδέες, Γέρας, Λέσβου

Orchis tridentata SCOPOLI (Όρχις η τρίδοντη) Καριώνας, Γέρας


Orchis tridentata SCOPOLI (Όρχις η τρίδοντη) Καριώνας, Γέρας


Ophys cinereophila H.F.Paulus & C.Gack (Όφρυς η τεφρά) Τάρτι


Ophrys tenthredinifera (Όφρυς η τενθρηδών) Τάρτι


Ophrys ferrum-equinum DESFONTAINES (Όφρυς η πεταλοφόρος) Τάρτι


Orchis sancta L (Όρχις η αγία) Τάρτι


Anacamptis pyramidalis var. albiflora (nivea;) P. Delgforge
Πυραμιδούλα Λευκή, Καριώνας


Anacamptis pyramidalis (L.) L.C.M. RICHARD
Ανακαμπτίς η πυραμιδοειδής-πυραμιδούλα, Τάρτι


Anacamptis pyramidalis (L.) L.C.M. RICHARD
Ανακαμπτίς η πυραμιδοειδής-πυραμιδούλα, Τάρτι

Cephalanthera longifolia (κεφαλάνθηρο το μακρόφυλλο), Καργιώνας


Orchis laxiflora (Όρχις η αραιανθής) Λευκάρια, Κόλπος Γέρας


Orchis laxiflora (Όρχις η αραιανθής) Λευκάρια, Κόλπος Γέρας




Orchis Italica POIRET (Όρχις η Ιταλική) Τάρτι, Γέρας
(Φωτ.Στρατής Λιγηρός)


(Φωτ.Στρατής Λιγηρός)


(Φωτ.Στρατής Λιγηρός)


Oprys vernixia BROTERO ssp.orientalis H.F. PAULIS
(Οφρύς καθρεπτάκι) (Φωτ.Στρατής Λιγηρός)


(Φωτ.Στρατής Λιγηρός)


(Φωτ.Στρατής Λιγηρός)


(Φωτ.Στρατής Λιγηρός)


Όρχις η επαρχιακή - Όρχις provincialis Balbis ex Lamark & De Candolle, Καργιώνας


(Ophrys minutula) Λιγονάρι, Τάρτι

(Ophrys minutula) Τάρτι


Orchis papilionacea L.ssp.heroica (E.D. CLARKE) H.BAUMANN
(Όρχις η πεταλουδόμορφη - χρυσαλίδα, η ηρωική)
Φωτ. Στρατής Λιγηρός


Orchis papilionacea L.ssp.heroica (E.D. CLARKE) H.BAUMANN
(Όρχις η πεταλουδόμορφη - χρυσαλίδα, η ηρωική)
Φωτ. Στρατής Λιγηρός


Orchis papilionacea L.ssp.heroica (E.D. CLARKE) H.BAUMANN
(Όρχις η πεταλουδόμορφη - χρυσαλίδα, η ηρωική)
Φωτ. Στρατής Λιγηρός


Orchis anatolica BOISSIER
(Όρχις της Ανατολής) Καργιώνας, Γέρας


Orchis anatolica BOISSIER(Όρχις της Ανατολής) Καργιώνας, Γέρας


Όρχις η επαρχιακή - Όρχις provincialis Balbis ex Lamark & De Candolle, Καργιώνας


Orchis morio L.ssp morio (Όρχις η νηπιακή) Καργιώνας


Orchis morio L.ssp morio (Όρχις η νηπιακή) Καργιώνας


Ophrys sicula TINEO (Όφρυς η Σικελική) Τάρτι, Γέρα, Λέσβος


Dactylorhiza roman (SEBASTIANI) SO'O
(Δακτυλόριζα ή Ρωμαία) Καργιώνας, Γέρας Λέσβου


Orchis anatolica BOISSIER
(Όρχις της Ανατολής) Καργιώνας, Γέρας


Ophrys reinholdii H. Fleishmann, Καργιώνας Λέσβος


Serapias vomeracea (N.L.BURMAN) Briquet (Σεραπίας αλετράκι) Τάρτι, Γέρας

Καριώνας, Γέρας Λέσβου


Καριώνας, Γέρας Λέσβου

Τάρτι, Γέρας Λέσβου


Τάρτι, Γέρας Λέσβου

Φωτογραφικό αρχείο 2006-2021,  Παναγιώτης Αγιακάτσικας




Παρασκευή 4 Ιουνίου 2021

Γιώργος Μπούρας – Λαϊκός συνθέτης (1930-2021)

Έφυγε στα 91 του, στο Μεσαγρό στην ονομαστική του εορτή, ο λαϊκός συνθέτης, στιχουργός, μπουζουξής, και τραγουδιστής, Γιώργος Μπούρας. Η καταγωγή του από τη Καλλονή, παντρεύτηκε και ξεκίνησε από τη Γέρα, βρέθηκε το ’50 στη Μυτιλήνη, ακολούθησε μια μοναδική πλούσια και απαράμιλλη μουσική διαδρομή. Αρχικά έπαιζε ακορντεόν και μετά έπαιξε μπουζούκι το ’50, έπαιζε παντού στο νησί και κατέληξε να παίζει με το Γιώργο Μουφλουζέλη στη Λαγκάδα στο «Βράχο» στη Μυτιλήνη. Παίζοντας μαζί του έμαθε να γράφει στιχάκια και να τα πλέκει με μουσική, αποτέλεσμα ήταν να γράψει και να ηχογραφήσει πάνω από 100 τραγούδια, τα περισσότερα στις 45 στροφές, μετέπειτα σε δίσκους Lp, και μετά και σε κασέτες. Το ’60 ξεκίνησε ηχογραφήσεις σε μικρές ανεξάρτητες δισκογραφικές οπότε πηγαινοερχόταν στην Αθήνα και μετέπειτα έκανε τη περισσότερη δισκογραφική του δουλειά με τη «Polyphone» του Μυτιληνιού από τη Βατούσα, Δημήτρη Πολίτη. Καθώς άρχισε να γίνεται πολύ γνωστός με τις ηχογραφήσεις και τις πωλήσεις από τους δίσκους του, θα παίξει σε λαϊκά κέντρα της Αθήνας «πρώτο όνομα ο ίδιος» όπως μας είπε, και έφταξε να παίξει ως και την Αυστραλία. Στις αρχές του ’80 επανήλθε και πάλι στη Λέσβο, όπου συνέθετε, αλλά είχε πλέον σταματήσει να δημιουργεί μικρούς δίσκους, κάποιοι δίσκοι Lp και κασέτες εταιριών κυκλοφόρησαν, στο όνομά του, οι οποίοι κυρίως ήταν επανεκδόσεις παλαιότερων τραγουδιών όπως ο δίσκος «Παίζει και τραγουδά για σας». Παίζοντας στα πανηγύρια σε γιορτές στη Λέσβο πωλούσε χέρι με χέρι διάφορες κασέτες, από παλαιότερα τραγούδια όπως και καινούργια. Τα τραγούδια του ακολουθώντας και την εποχή του ήταν ορισμένα, σέικ, αρκετά πετυχημένα, του ύφους του ’60 όπως, «Τι ζιζάνιο που είναι η γυναίκα», «Ρομαντικά όταν με φιλάς», «Στις διακοπές σε γνώρισα», λαϊκά του ’60 «Όμορφη είναι η ζωή μας», «Είμαι άντρας και αξίζω (πολλές ξανθιές)», μερικά τραγούδια αρκετά πετυχημένα με Μυτιληνιά ντοπιολαλιά, όπως «Τουρισμός και η Μυτιλήνη», «Να ζήσει η Μυτιλήν' μας», «Η Μυτιλήν μας μουντηρνίστσι» το πρώτο το οποίο μάλιστα έκανε 150.000 κομμάτια σε πωλήσεις. Τα παραδοσιακά Μυτιληνιά του όπως «Τα Ξύλα», «Το Πιγκί» (Ο Μπούρας παίζει για τους Μερακλήδες), «Νυφκάτο», «Γεραγώτικο», «Τα ματάκια σου τα μαύρα-Μπουλγούρ» «Ο Μπούρας παίζει για σας» - παραδοσιακός Μυτιληνιός συρτόμπαλος, «Σαν τα Μάρμαρα» κα. Εκτός από τις δικές του ηχογραφήσεις, στα μέσα του ’70 άρχισε να γράφει τραγούδια για άλλους όπως για το Πάνο Μαρίνο, μερικά από τα οποία έγιναν γνωστά σε όλο το πανελλήνιο όπως το «Απαλλάχτηκα από σένα» (1974) το οποίο ηχογραφήθηκε και με πολλούς άλλους εκτελεστές όπως ο Μιχάλης Μενιδιάτης, η Ρίτα Σακελλαρίου κα. Άλλα πολύ γνωστά λαϊκά της εποχής αυτής, «Εγώ δεν διορθώνομαι», «Γυναίκα ποιος σε έπλασε». Τα τραγούδια, αρκετά τραγουδήθηκαν και στη Λέσβο παίχθηκαν και παίζονται ακόμη από ντόπιους λαϊκούς οργανοπαίχτες στα πανηγύρια του νησιού. Την ίδια περίοδο αρχές ’80 δίνει τραγούδια στον Γιώργο Μαργαρίτη, πολύ γνωστό του το «Εμείς οι ναυτικοί» όπως και τα «Εσύ είσαι τα καράβια μου», «Γυναίκες με ρημάξατε». Το 2003 στο Πέραμα Γέρας είχε γίνει τιμητική εκδήλωση μαζί με άλλους παλιούς μουσικούς από το Παγγεραγωτικό Σύλλογο Αθήνας. Πριν δύο χρόνια επίσης είχε γίνει μία τιμητική εκδήλωση στο Πέραμα το 2019 από το Σύλλογο «Ποσειδώνα» του Περάματος για αυτόν. Για το θάνατο του, η μόνη αναφορά που έγινε στο Τύπο της Μυτιλήνης ήταν στο «Στο Νησί», κανένας από το σινάφι του των αυτοδίδακτων και σπουδασμένων μουσικών δεν μπήκε στο κόπο να γράψει κάτι και ας παίζουν τα τραγούδια του και ας ήταν αυτός η συνέχεια της μουσικής παράδοσης της Λέσβου, παρομοίως από τους λόγιους, καμία αναφορά, ίσως γιατί ήταν πολύ «λαϊκός».

Παναγιώτης Αγιακάτσικας


Σάββατο 15 Μαΐου 2021

Φράσεις και Παροιμίες που λέγονται στο Σκόπελο Γέρας Λέσβου

Συλλογή Παναγιώτης Αγιακάτσικας, 2004

Α 

Α συ ζγάψου μια μεσ' μουρ' α μη γυρέψ' άλλ'

Αδιά δεν είχε και τσαγκαρι' μάθηνι

Ακόμα δεν τουν είδαμε Γιανν' του βαφτίσαμε

Άλλα τα μάτια τ' λαγού τσ' άλλα τσ' κουκβάγιας

Αλλού παντρεύεται η νύφ' αλλού βαρούν τα νταούλια

Αλιντισ' αλλάχ καχπέ κερατά

Άμα ασπρίς η κόρακας τσι γιν' η γλάρους μαύρους τότις....

Άμα μι δεις να μι γράψ'!!!

Α μι φτάκς τσι του σώ'ις!!!

Άμα κλάναν' οι γαδάρ' τσ' παράδες...

Άμα βαστάει η κώλους σου έλα...!!!

Άμα έχ'ς δυό κώλ' έλα!!!

Άμα πιάσου ένα ραβδί θα σι κάνου μαύρου στου ξύλου!!!

Άμα πιάσου ένα ραβδί θα κάνου του κώλους μαύρου....

Αμπιλουριασμένους

Άν είσι παπάς με την αράδα σου θα πας

Άναγια μ' κόρη μ'

Ανισών' τσι κώλους...τσι του κλάς

Άντι πάνι διαβόλ' του κώλου

Άντι πάνι στ' ανάθεμα

Άντι συ τσι δε θέλου πολύ κούρτ'σμα

Άντρα θέλου, τώρα τουν θέλου

Άξιους ήταν η κουτρούλς

Άξιους ήταν η κώλους..άξιους κώλους

Απ'τ'ν Αμαλή στ' Πιφτσιανή

Απ'έξω απ' του χουρό πολλά τραγούδια λέν'

Απέδιου πέρα

Απέφτου

Απ' τσ΄ Αγιασσώτις του πήρις;

Αράμ τσερτς, άραμ τσι δεν ερτς

Άρμιγι τσι κούρεβγι, χέζι τσι διμάτιαζι

Αρναγούτκου τσιφάλ'

Αρκδάς

Άρπα τουν έναν χτύπα τουν άλλου

Ας μ' έλειπι του βύσνου

Ασι ζγάψου μια στου κώλους α δεις

Ασι ζγάψου μια ε θα γυρέψ' άλλ'

Άστα κάτου τσι πιασ' τ'αφτιάς

 

Βγάτι πιθαμέν να μπούμε μεις οι ζουντανοί

Βγάλι κώλι μ' για τουν Παναγιώτ'

Βγάλε κώλι μ' παράδες...

Βερικιάτ βιρσίν...

Βλέπει τσ' μπάντις

Βολ'-βολ' γύντσι

Βουργάκου τσιφάλ'

Βρήκαν αμαλαγιές...

Βρήκαμι δ'λειά π' δεν έχουμι

Βρίστ' τσι τα κάν'

 

Γ 

Γαδάρ λαλείς πουρδές ακούς

Γαδαράθριπους

Γαδουρνή μούρ'

Γαδουρίσια υπουμουνή θέλ΄ νάχεις

Γαδαρουτσλήχτριγια

Γαδαρουτσέφαλους

Γάν'στρου

Γάνιασι του στόμα μ'

Γιαλάμπασμας

Γιατί θα πέσ' η κώλους;

Γι κώλους μας απ' τα μαλλιά δε φαίνεται

Γιρό τσιφάλ' θέλ' να'χς

Γίντσι κώλους τσι βρατσί

Γίντσις τσι συ άθριπους

Γίντσι κουρσούν(ι)

Γκελ μπουρντά (έλα εδώ)

Γκουγκζέλα θελ' του στόμας

Γραμμένου τουν έχου

'Γω του βαστώ απ' τα τσέρατα τσι συ μλεγ'ς πους είνι κούτλα

 

Δ 

Δεν ι σνίκασε....δε θα σνικάις

Δεν είνι για χόρτασ'

Δε χαρίζ κάστανα

Δε φταν' που δώσαμε στ' γριγιά τ'αυγό του θέλ' τσι ρουφτώ-μιλάτο

Διαβόλ' κνόδαλου απ' τ'ν Αγιάσσου

Διαβόλ' ξνέλ  απ' τ'ν Αγιάσσου

Διαβόλ' του κερατά

Διαβόλ' σμάζουμα

Διαβόλ' μπαχράνα

Διαβόλ' καχπεδάρα

Διαβόλ' κμάς

Διαβόλ' κσ'τόφα!!!

Διαβόλ' τριβόλ'

Διαβόλ' χαμτζά!!!

Δ'λειά δεν έχει στσύλ' κουρεύ'

 

Ε 

Έ θέλου....θηλειά τσι κρητικό σαπούν...

Ε! Νκουλέλ' έχει η κώλους αρμιρέλ';

Ε γρικά καθιόλ'

Έδιετσ π΄θα στρωγσ' έδιετσ θα τσμιθής

Έδιετσ π'τάκανεις να τα φας

Έδισι του γάδαρου τ'

Έϊτσι π'κάτι πέτρα έιτσι μαλλιάζ'

Έϊτσι π'κάτι νού χύν'

Είμαστε γινιά απ΄τς γούνασιμ' του μανίτσ

Έκανι τα μαρούλια, λάχανα τσι τα λάχανα μαρούλια

Έλα μνιμ στου τόπου σ'

Έλιλέκου του πλις του βλέπου

Έξου απ' του χουρό πουλλά τραγούδια λεν'

Είπαμε να χέϊς τσι συ ξικολόθτσις

Έφαγι τ΄αλσακά τ'.  Έφαγαν τσ άλσις

Είχαν τσι του Γιάνν' σαν του γάδαρου που κλαν'

Έχ΄διμένου του γάδαρουτ'

'Ενινι για να τα μ'λάς....κόρι μ'

'Ενινι για να σνικάϊς

'Ενινι σκατά η κάτα τάκανι

 

Ζ 

Ζάπ ε γίνεται

Ζγάφτσι κάτου....σα του μλαρ'....του μλαρ'

Ζγκάψαν τα μιριάτ'

Ζήσε άσπρε γάδαρε να φας του Μάη τριφύλ'

Ζήλιψι η κάτα μας τσι έκανε κατέλια, πας τα τσιραμδέλλια

Ζούντζις κάν'

 

Η 

Η Θειός ν' απουγλυτόν'

Η Θειός σχάσ'τσι μένα τσι 'γω σένα

Η μπρουστ'νός η γάδαρους του πίσου βάζ' γνώσ'

Η καλή δ'λειά αργεί να γίν'

Η καλή δ'λειά απ'τ αρχή φαίνιτι

Η κώλους ιτ δεν έχει σταμουσήν

Η παπάς ή ζευγάς

Η τσλια σ' θα το βρ'

Ήβρεις άγιου ν' ανάψ' τσιρί

Ήρθαν τ'άγρια να διώξουν τα ήμερα

Ηύρι τουν απανουγώτερου τ'..

Ηύρι τ' αλέμι' τ'

 

Θ 

Θα 'χουμε αυγά τσι πλιά

Θα κάνου του ντιρμπιγές

Θα φας τσ'α δεις

Θα πιάσου ένα σαπλίτσ........!!!!!

Θέλ'ς μια φαγί τσι δέκα ξύλου

 

Ι 

 

Ιμσά τσι μ'σου κούτελα

 

Κ 

Καθαρά σαν της κότας τα πόδια

Κακό γαζέπ γίντσι

Καλόμαθε τσ'γριάς τα σύκα

Κάλιου γαδαρόδιρνι παρά γαδαρουγύριβι

Κάναμι του γουμάρ σήμιρα

Καντήρια να βρέξ' κανένα δε θα πέσ' απάνου μας

Κατακούτλα τουν δώτσι...τ'ν έφαγι

Κάτι πάνου στ' αγκάθια

Κατουρμένες πουδιές γω δε φλω

Κλασ'

Κλαίν' οι χήρις κλαίν' τσι παντριμένες

Κνήστι λίγου

Κούκου..μπαμπούρ στ' αφτιάς

Κούκου νάϊχς τσι αλεβρ' να πλεις

Κουκουτσ' μυαλό 'εν έχ'

Κουλουκλουτσιές θέλ'

Κουλουτσίθια ντούμπανο.....στο πάτερο...μητ' αρίγαν'

Κουρκούτ έχ' του μυαλό τ'...του τσιφάλιτ'

Κουρνιάσαν γι όρθεις

Κουραγκάτσ γίντσι

Κουλκουρίδ'

Κουντούρτζι...πάτσι τσ'φας

Κουτζάμ γάδαρους γίντσεις τσι μυαλό διν ίβαλις

Κουτζάμ γουμάρ γίντσι

Κουτζάμ νταγκούλ γίντσι

Κουτούτσ' γίν'τσι

Κσ'τος τσι Παναγιά

Κσ'λώστι γ' άθριπους

 

Λ 

Λάτι παλαβοί να φάμι τ' γνουστού το βιό ή φαί

Λμαρ. Λμασμέν κάτα

Λείψε απ' του τσιφάλ' ιμ

Λόγιαζι μπροστάς

Λόγιαζι τη δ'λειάς

Λόρτους τσμάτι

Λουκούμ' γίντσι

Λαν Γιαν σα του γάδαρου που κλάν..τσι άσε

 

Μ 

Μ' κβανίθτσι

Μ' κόπτσι του ιλίκ 'μ

Μ' αυτή τ'πλευρά να τσμιθείς

Μαζί μιλάμε χώρια καταλαβαίνουμε

Μάζευε τσας είν' τσι ρώγις

Μάϊνα!!!!

Μακριά απ' του κώλου μ' τσιας είναι τσις μάνα μ'

Μάλλιασε η γλώσσα μ' να μ'λώ

Μαν'σμέν' είνι

Μ'γίντσις τσι σι άθριπους

Μεγάλ' τσλιά θέλ' ν' εχς

Μιγάλνι του γαδουρέλι μίκρινι του σαμαρέλ'

Μη ένα κούκου δεν έρχιτι γι' άνοιξ'

Μη μη κουρτίγζ

Μη μη νταβραντίγζ

Μη μη κουτέβγς

Μη στραβό πέφτ'ς, αλλοίθουρους σ'κόνισι

Μη μας κανς τουν εκ νεκνών

Μη φοβερίζ του κώλουμ

Μη ξνήζ' τ'μούρ'ς

Μη τα μ'λας τσι μη τα κρίν'ς

Μη τα πίτυρα μπλέκισι σι τρων γι'όρθις

Μη τα πίτυρα ανικατώνισι θα σι φαν τα γρούνια

Μ'λαράς

Μλούν όλ' μ'λούν τσι τα τσόκαρα

Μλούν όλ' μ'λούν τσι κώλ'

Μοναχός σ' χόρευε τσ' όσο θέλεις πήδα

Μόλα κουζούμ

Μονέδα κόβγ'

Μουνόχνουτους άθριπους

Μουρόχαυλος

Μουρίσια καμώματα

Μουσχουβόλσι η κόσμους

Μούτσνου, Μουτσναράς

Μ' τό 'βγαλι απ' τ' μύτ'

Μπαμπούρ στ' αυτιάς

Μπάτε στσύλ' τσι αλλέστε και αλεστικά μη δώσιτι

Μπαταλαλεί

Μπακατέλα

Μπήτ'σι η δ'λειά 'μ

Μπρος τσ' ανάστ'λια

Μπιζέρσα να γίνει η δ'λειάμ'

Μ΄ούριασες του τσιφάλ' ιμ

Μ'σα τσι μ'σουκούτιλα

Μπουδρουκλώθτσι

Μπουρδουκλώθτσι του ζ'ώ

Μυαλά ντάμ-ντούμ

Μυαλά βόλ-βόλ

Μωρί παλαιοπροβειά

 

Ν 

Να μη πιτάγισι σα του 'μό του κτσι.

Ναμκιόρ'ς

Να παράδις δωμ' κουκάλις

Νιος ήμταν τσι γέρασα τσ' ακούγω τα ίδια τσι τα ίδια

Νυστή αρκούδα δε χουρεύγ'

Νομίζ' ότ' έχ' πιασ' του παπά απ' τα "τέτοια"

Νταγκούλ

Νταβούλ' γίν'τι.....νταβούλ' τουν έκανα

Νταβράντζι

Νταβράντζι μπα τσι'ς τσ'μαζόκ'ς.

Νταβράντζι μη σ'κουθώ απάνου

Νταμλαδιασμένους

Νταμλάς να συ δως Νταμλάς τουν δώτσι. Νταμλάς να σ'εβρ'. Νταμλάς τουν χτύπ'σι

Ντάρκα-ντάρκα παγαίν'

Ντάριρί τσ' Μαρίγιας μας

Ντένκ παγιέν'

Ντιπ μλαρ'

Ντινταρίκ γίντσι

Ντινεκές ξιγάνουτους

Ντουζ-ντουζ τσέρατα

Ντουρ-Ντουρ την έκανε

 

Ξ 

Ξ'λουγαδούρα (καρότσα)

Ξ'λουμένους

Ξ'λόθτσι γιάθριπους

Ξνό μτόβγαλες, Ξνό τουν βγήκε

Ξπάστσι γιάθριπους

Ξπασμένους άθριπους

Ξπάστι του μλάρ

Ξυκρυμνίστσι απέδιου

 

Ο 

Ο πιό καλός κακόχρου νάχ'

Όλες οι ώρες δεν είναι ίδιες

Όξου να μουχαθείς

Ουρθουφλιά έχς΄;

Ουκνόσκλιους

Όποιγιους βγιάζιτι σκουντάφτ'

Όποιγιους εχ' πουλί πιπέρ' βάζ' τσι στα κτσα

Όποιγιους τ'νύχτα πιρπατί λάσπις τσι σκατά πατεί

Όποιγιους εν έχ' μυαλό έχ' πουδάρια

Όποιγιους έχ' τα γένεια έχ' τσι τα χτένια

Ότ' σκατά τσι του φτιάρ'

Ότ' σκάτα τσ' απόσκατα

Ούλ' μέρα στου ρουμάν' μ'ένα κόσφα τσ' ένα γιάνν'

Ούλ' μ' τ' έννοια τσ' τ' αντρούμ τα γένια

Ούλ' είναι για του κμάσ'

 

Π 

Παθμένους είσι;

Πάνου σ'νώρα ήρτι

Πάντσι κάτου

Πάρι όρ'μα, πάρι τσ' άγουρα

Πάρ'στ παράδις δώμ' κουκάλις

Π'ρ τσ' μαμής μπαχτσής

Πάρ' του σκούφου μ'

Πέτρουσι τ΄πόρτα

Περάντουσι τ΄πόρτα

Πάνι λιος τσι ρώτα, τσι έλα να σ' πω

Πγιαν πλια στουν αγέρα

Πέσι πίτα να σε φάω

Πέσαν τ' αυτιά τ'

Π'στεύγισι του κώλους, χέγς τα βρατσάς

Π'στέφτις άθριπου!!!

Πλήν' τ' μουρς

Πήρι τσι δώτσι

Που θα μ'πας μωρί καχπέ....καχπεδάρα!!

Πρέπ' να στιγ'ς κώλου

Π'να σκάϊγ'ς...........!!!

 

Ρ 

Ρακοφτίνα

Ροδάν' γίντσι η κώλους ιτ

 

Σ 

Σακίντ'σι παραπέρα

Σαντ μύγα μέσ' του γάλα φαίνιτι

Σάλια μπάλια

Σάλια μπάλια δέκα τσ'βάλια

Σμάζουμα

Σκάλ'-σκαλ' γι' όρθα βγάζ' τα μάτια τ'ς

Σκώθτσι η λαγός πήρι τ' προβιά τ'

Σκορδούλα να σι φάγ'

Σκουθήκαν τα πουδάρια να χτυπήσουν του τσιφάλ

Σκωμώ δεν έχει

Σι ξένου κώλου 'κατό ραβδιές, (στου θκώμ μια και φωνάζου)

Σιγά Αριστή, σιγά Αρισκή (Αριστείδη)

Σιγλιγούδια

Στου σ'τνή τσι στα κλαδιά

Στ' βράσ' κουλάει του σίδηρου

Στ' κασσιδιαρ' του τσιφάλ' ουλ μπαρμπέρδις θα μάθουν

Συ να καν'ς μούκου

Συ πήρε τσι συ δώτσι

Σύκου χέσε ρε ξεκολανιάρ'

Σχαμό έχ'

Σχαμένους άθριπους

Σχαμένου τουν έχου

 

Τ 

 Τα 'θηλι μαμάκα σου τα 'θηλις τσι συ

Τα 'θηλι η κώλους τσι τά'παθι

Τα κατα τστάμενα στσυλ τσι κάτις τα τρών'

Τα κάναν μούσμουμχαλ

Τα ιφτά λέσια τ' Πιράματους μυρίζ'

Τα μιταξουτά βρακιά θέλουν τσι επιδέξιοι κώλ'

Τάκαναν νταρμανταγαν(ι)

Τέτοιο τσιφάλ' τέτοια θέλ'

Τζαμπαχείλα

Τουν δότσι ντουμάν, Του δότσι πάσ, τα αυτιά

Τουν έκανα του μάρσ' ιτ

Τουν ίφερα καπάτσ

Τουν κάτσι

Τουν έχου σχαμένου, Τ'ν έχου σχαθεί, Σχαμένου τουν έχου, Τουν σχάθκα.

Τουν μουντάρσι...

Του στόμα σ' να πλύνς

Του στόμα σ' θέλ' μια λαδουμέν' πατσαβούρα

Του γινάτ' βγάζ' ματ'

Του κώλους φουβέρζι....να φοβερίγζ

Του πουνηρό του πλέλ' πιάνιτι απ'του πουδαρέλ'

Του συντέκνου μας η σκύλους σύντεκνους ήνταν κι 'κείνους

Τούμπις κάν' στουν αγέρα

Τούντσ'

Τρώγιτι μι τα ρούχατ'ς

Τσάμπα ξύδ' μέλ΄γλυκό

Τσμάτι λόρτους

Τσι αύριο είναι μέρα

Τσιν πιν τσάι

Τσίτι κάτου

Τσιφάλ' γαδουρνό θελ' ν'άχ'ς

Τσιφάλ' γιρό θελ' ν'άχ'ς

Τσέτλις κόβγ'

Τύφλις μούτζις πέντε δέκα

Τ' κώλιτ' του χαβά έχ'

Τώρα πού 'βρει παπά θα θάψ' πεντ' έξ' (πέντι-δέκα)

Τώρα σώθτσις!

 

Υ 

 Υπάρχουν κι αλλού πουρτακαλιές που κάνιν πουρτουκάλια

 

Φ 

Φέξι μι τσι γλίστρησα

Φοβέρζι του κώλους

Φτάν' τσι πιρσέβγ'

Φτίλ απ' μιτ' μτόβγαλες

Φύγι μωρί γιουμέν'

 

Χ 

 Χαμτζάς

Χάσι του παλούτσ' απ'τ' χαβούζα

Χέσε τ' μάνα π'τάκανι

Χίσι νίλς απ'έδιου

Χισμέν έχ' τ'φουλιά τ'

Χισμένου τουν έχου

Χίστι απάν' του

Χρόνια τσι ζαμάνια

 

Ψ

 Ψάκουμα θέλ'

Ψιακουμένους

Ψιφτούκας

Ψ'λό μυαλό

Ψύλλ' μεσ' τ' άχυρου γυρεύ'

 

Ω

Αφιερωμένο στη μνήμη της μάνας μου Μυρσίνης
απ' όπου τις έμαθα και τις ξεστόμιζε κάθε τόσο

Παρασκευή 14 Μαΐου 2021

Σκόπελος - Η Πάνω Αγορά - Η Πλατεία (Μέρος Δ')

 (Οι παιδικές αναμνήσεις της επιστροφής ενός μικρού μετανάστη στο χωριό)

Πλατεία Σκοπέλου

Θα ήμουν επτά χρονών που με τράβαγαν ακόμη απ' το χέρι όταν πρωτομπήκαμε στην Επάνω Αγορά του Σκοπέλου. Δυο θεόρατα πλατάνια, να σκιάζουν την πλατεία και παραδίπλα το μάτι να κοιτάζει τον Άη Γιώργη, το καμπαναριό με το ρολόι του. Τα νερά από τη τεράστια βρυσομάνα έτρεχαν, μικροί και μεγάλοι σε αράδες περίμεναν, άλλοι να γεμίσουν τα κουμαρέλια τους, άλλοι απλώς να ξεδιψάσουν και να ξεπλυθούν με δροσερό νερό. Ο κόσμος άλλος καθισμένος και άλλος να περιφέρεται ή να ψωνίζει. 

Η “Πέρα Βρύση” η βρυσομάνα του χωριού

            “Άντε να πιεις και συ λίγο φρέσκο νερό”, είπε ο παππούς μου, έτρεξα κατά κει, περίμενα μαζί με τ' άλλα παιδιά που μ' έβλεπαν πρώτη φορά και με κοιτούσαν διερευνητικά ποιος είναι αυτός. Ήπια μπόλικο νερό, ξεδίψασα, έπλυνα και τη μούρη μου όπως πριν έκαναν και τα άλλα παιδιά! Έτρεξα πίσω και κάθισα στο καφενείο όπου ήταν όλοι. “Πάρε αυτό και πάρε ένα κουλούρι απ' το φούρνο”. Άνοιξα το χέρι, ήταν ένα μικρό νόμισμα τόσο δα, ένα 'μισέλ', πενήντα λεπτά, και η πρώτη μου επαφή με ελληνικές παράδες αντί για τα χάλκινα μεγάλα πέννις. Ο φούρνος μοσχομύριζε, γεμάτος ψωμιά, απ' έξω τα κουλούρια πήρα ένα ! Τι όμορφο δεν είχα ξαναφάει! Πολύ πολύ αργότερα θα μάθαινα ότι το ψωμαδιό αυτό, πρωτύτερα ήταν του «Φωλιαδή ο Καφενές» και μέσα είχε ζωγραφίσει ο Θεόφιλος! Τώρα τι απέγιναν οι ζωγραφιές παραμένει μυστήριο και μερικά χρόνια πριν το Θεόφιλο, ήρθε ο Σπύρος Παπαλουκάς και ζωγράφισε τη πλατεία.

Στο καφενείο που καθίσαμε όλοι, αφού πέρασε καιρός και έμαθα να διαβάζω τα πρώτα ελληνικά, από τη ταμπέλα θα διάβαζα ότι ήταν το «Καφενείο του Σαμαρά», που και αυτόν θα το γκρέμιζαν οι μεγαλύτεροι για κάποιο λόγο. Ο καφετζής, σαν μικρός που ήμουν με ρώτησε, τι θέλω, βυσσινάδα, μαστίχα Χίου, γκαζόζα, ταμ-ταμ, απ' αυτά δεν ήξερα γρι και του είπα κόκα κόλα δεν έχετε; Τελικά θα έπινα ταμ-ταμ που ήταν κάτι παρόμοιο και λίγο αργότερα, ένα ένα θα δοκίμαζα και τα υπόλοιπα! 

Ο πίνακας του Σπύρου Παπαλουκά και με τις σκάλες του Φωλιαδή το καφενείο. 1925

Κλαψούριζα πολύ στη μάνα μου πως δεν μου αρέσει καθόλου εδώ που ήρθαμε, ακόμη είμαστε με λάμπες στο σπίτι, χωρίς ψυγείο, χωρίς νερό, τηλεόραση, μπάνιο και κανονική τουαλέτα, τίποτα απ' ότι είχαμε στην Αυστραλία. Δεν πέρασε και πολύ και σταμάτησα τις κλάψες, άρχισε να μου αρέσει και μάλιστα πολύ. Αιτία η πλατεία, γέμιζε από παιδιά, φίλους έκανα αμέσως, τη μητρική γλώσσα, τα χωριάτικα Σκοπελιανά τα μιλούσα απταίστως, πετούσα κανέναν “γκλέζκο” και κάναν χάζι μαζί μου, στη πλατεία θα ήμασταν πολλές ώρες να παίζουμε και να συναντιόμαστε κάθε στιγμή όλη μέρα. Πότε πότε η μάνα μου με έστελνε να πάρω νερό από τη «Πέρα βρύση» όπως τη λέγανε, με το δροσερό το τρεχάμενο το νερό, σε κμαρέλια, καμιά φορά στους μπακάληδες και τα μαγαζιά. Με το καιρό έμαθα το κάθε μπακάλη, το χασάπη, το μπαρμπέρη του χωριού. Στο πάνω πλάτανο ήταν μια αράδα από μικρά μαγαζιά. Του Βουσβουκή το κουρείο, το περίπτερο του Πλαστήρα, το μπακάλικο του Πρωτόγερου, το καφενείο του Γιασσιά, και άλλα παραδίπλα, ο κόσμος να μπαινοβγαίνει, να ψωνίζει, να ανεβοκατεβαίνει, άλλοι περαστικοί με τα γαϊδούρια τους, άλλοι επί τόπου να πουλάνε και να διαλαλούν τη πραμάτειά τους, ο κόσμος ένα ζυμάρι! Τα πρωινά στα καφενεία οι χωριανοί να ρουφάνε το καφέ τους να διαβάζουν τη χθεσινή εφημερίδα, να παίζουν και να χτυπάνε δυνατά τα πούλια στο τάβλι ή τα χαρτιά στο τραπέζι, να φωνάζουν έτσι στο ξαφνικά, να παίζουν το κομπολόι, μαζί με το θρόισμα των φύλων του πλάτανου, το γαργάρισμα του νερού της βρύσης, και τις αμέτρητες δεκοχτούρες που θα έλεγα επισκιάζανε τα άλλα δύο με το χαρακτηριστικό κου κουου κου! Κατά το μεσημέρι έγερνε η κατάσταση, με τα τραπέζια να γεμίζουν με μεζέδες με φρεσκοτηγανισμένους κεφτέδες, κομματάκια από τυρί, σαλάτες και ούζα! Τα ίδια το βράδυ, ένας κόσμος χωρίς πολλές σκοτούρες.

Πριν προλάβω καλά καλά να πάω στο σχολείο απέκτησα νέα παιχνίδια που όλη μέρα ήταν στα χέρια μου, το «καντήρι», το «τιμόνι» και φυσικά η «τόπα» όπως την έλεγαν κάπως θυμωτικά οι μεγαλύτεροι. Στην Αυστράλια το κύριο παιχνίδι ήταν το πατίνι που φτιάχναμε με ρουλεμάν και ξύλα, και σε δρόμους με άσφαλτο κι κατηφόρα αμολάγαμε, και γυρίζαμε με σπασμένα γόνατα. Το καντήρι αν και μου έμοιαζε κάπως απλοϊκό έκανε τη δουλειά του, ήταν μια μεταλλική στεφάνη, από βαρέλι ή ποδήλατο και με ένα ξύλο το ελέγχαμε. Ξυπόλυτος, με κοντό παντελονάκι και βρώμικα γόνατα συνήθως το τσούλαγα από το σπίτι και γύριζα από τη Κάτω ως την Επάνω αγορά. Βλέπαμε τους μεγαλύτερους στα μηχανάκια να μαρσάρουν στολισμένα σαν τις προβατίνες με χρωματιστές χάνδρες “μπουντζούκια” και χρωματιστά λεπτά λουράκια, έτσι κάποιος σκέφτηκε με ένα κλαδί, στολίζοντας το ανάλογα να φαίνεται σαν τιμόνι, και να μαρσάρουμε με το στόμα και να αμολάμε!

Πάνω από το καφενείο του Γιώργου Λούπου, ήταν ο σινεμάς και το θέατρο του χωριού. Πρόλαβα να παίξω ένα β' ρόλο στο δημοτικό, την καρακάξα που πετούσε και έφευγε μακριά από τη καραξοφωλιά, άλλες λεπτομέρειες δεν θυμάμαι, στην Αυστράλια σε παιδικό θέατρο μου έδωσαν πάλι ένα β' ρόλο που έκανα τον εξωγήινο που χόρευε τρελά!

Αλλά ο σινεμάς, μας έβγαζε από τη στενότητα του χωριού, βλέπαμε πως ήταν ο έξω κόσμος, η Αθήνα, τα νησιά, οι αγωνιστές του '21, το έπος του '40, αλλά και οι ταινίες Ουέστερν Μπαντ-Σπένσερ. Στην άλλη μακρινή χώρα έβλεπα ασπρόμαυρες παιδικές σειρές στη τηλεόραση. Κάθε Σάββατο έπαιζαν δύο έργα, την Κυριακή άλλα, την Τετάρτη άλλα. Ντυνόμασταν όπως στην εκκλησιά, βάζαμε τα καλά μας, αλλά όσο και να θέλαμε να είμαστε πάντα μέσα να μην χάνουμε έργο ήταν πράγμα αδύνατο. Δυόμιση δραχμές το παιδικό εισιτήριο ήταν πολύ δύσκολο να βρεθούν κάθε εβδομάδα, αν συνυπολογίσουμε πόσα θέλαμε για τα καθημερινά μας, μαζί και τα κόμικς από τα περίπτερα. Το χρηματικό βάρος το πλήρωναν οι ίδιοι και οι ίδιοι, έκανα γύρες από παππούδες, γιαγιάδες, θείους για να μαζέψω τα χρήματα, ξέχωρα μέσα θέλαμε άλλα και για το πασατέμπο. Αυτό το βιολί κάθε εβδομάδα, εκτός και αν με έσερνε ο πατέρας μου με το ζόρι Σαββατοκύριακο για ελιές και μέναμε στη αγροικία μας στην εξοχή και αναγκαστικά ξεκολλούσα.

Όλοι ήταν ερωτευμένοι με τη Βουγιουκλάκη, σε εμένα δεν έτυχε ευτυχώς δεν ξέρω τι της έβρισκαν, μου άρεσε αλλά μέχρι κει, αλλά τη πάτησα αλλού, μια φορά όμως φέραν και μια Γαλλική ταινία και μου ήρθε νταμπλάς, ερωτεύθηκα την πρωταγωνίστρια, την Κατρίν Ντενέβ, τι σεβντάς, πέρασε ένας χρόνος μέχρι να τη βγάλω από το μυαλό μου. Το κακό είχα βρει μια φωτογραφία της από στο Ρομάντζο και δεν ήταν εύκολο να τη ξεχάσω.

Στο σινεμά κάθισα δίπλα δίπλα, με το πρώτο μου παιδικό έρωτα, οι λέξεις που ξεστόμισα πρέπει να ήταν λιγότερες από τα δάκτυλα ενός χεριού. Ευτυχώς όταν παίζαμε αγόρια - κορίτσια ξεθάρρευα και μιλάγαμε περισσότερο!

Και ενώ οι μεγάλοι είχαν τα δικά τους να περνάει η ώρα στην αγορά, γύρο από το σινεμά παίζαμε καρτέλες με νομισματική μονάδα τα Όμπραξ, Μπλέκ, Τιραμόλα, Μίκυ Μάους και όλα τα υπόλοιπα, ή απλώς τα κάναμε ανταλλαγή. Έπεφτε πολύ ξύλο πολλές φορές, για τζουτζιές αλλά εκεί θα παίζαμε και πάλι.

Η πλατεία στο καφενείο Γεώργιου Λούπου

Ερχόμενοι στο μεγαλύτερο γεγονός του καλοκαιριού και της χρονιάς δεν ήταν άλλο από το Πανηγύρι της Αγίας Μαγδαληνής. Και τα άλλα δύο του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Γρηγορίου, ήταν σχετικά μεγάλα, αλλά όλοι μας περιμέναμε της Αγίας Μαγδαληνής, η κοσμοπλημμύρα ήταν εδώ. Όλος ο κόσμος από τα γύρω χωριά θα ερχόταν εδώ και μετά θα συνοπέρναν για το Κάμπο. 

Τόσα παιχνίδια δεν είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου, να στολίζουν την αγορά μέχρι μέσα στην αυλή της εκκλησίας, ατελείωτο πήγαινε έλα, γαμπρίσματα οι πιο μεγάλοι, να κοιτάμε, δεξιά και αριστερά και όλα τα παιδιά τρελαμένα από τη χαρά τους, αλλά τα πανηγύρια δεν ήταν μόνο για μας αλλά για τους μεγάλους, μουσικές, χοροί, πιοτό, κεράσματα, καυγάδες που κρατούσαν ως το πρωί. 

Πανηγύρι Αγίας Μαγδαληνής 22-1-1971, η κομπανία που παίζει για το Μπάλο

Το πανηγύρι αυτό κρατούσε 2-3 μέρες και στη πλατεία του καφενείου του Γεώργου Λούπου γινόταν ο «Μπάλος» μια χοροεσπερίδα που κρατούσε από παλιά. Η αριστοκρατία, και οι επίσημοι μπροστά μπροστά ντυμένοι σικ, και προς τα πίσω διαβαθμισμένοι κοινωνικά οι καλοί του χωριού. Πολύ στενά για να χωρέσουν όλοι και δούνε το υπερθέαμα από πάνω από το μπαλκόνι του σινεμά, μικρά μωρά, μαμάδες γιαγιάδες ήταν στριμωγμένοι σαν τζαμπιά από σταφύλια! Αν μη τι άλλο, μικροί που ήμασταν τρυπώναμε ανάμεσα σε όλους και τσουπ βγαίναμε μπροστά στη κομπανία, εκεί παρατηρούσα και έμαθα όλες τις φάτσες των μουσικάντιδων όπως του Κονδύλη, του Μπατζάκα, τα όργανα που έπαιζαν, που τραγουδούσαν στα μικρόφωνα, μου θύμισαν πολύ τους Monkees που έπαιζαν με τις κιθάρες τους και ήθελα να μοιάσω. Ήταν και αυτές οι όμορφες τραγουδίστριες, οι λεγόμενες «ντιζέζ» που κάπνιζαν και ήταν με τα μίνι, μου ξεσήκωναν το μυαλό και τη φαντασία, καθώς ερχόταν σε αντίθεση με αυτό το απαγορευμένο να μην καπνίζουν οι γυναίκες. Πολύ αργότερα ένα παλιός μουζικάντης που τον ρώτησα θα μου έλεγε στο Μπάλο κρεμάγαμε ένα μεγάλο χασαπόχαρτο με το όλο πρόγραμμα που θα ακολουθούσαμε όλο το βράδυ, στην αρχή ελαφρά, βαλς, ταγκό, τσάρλεστον, φοξ τροτ, μετά σέικ, και μετά ελληνικοί χοροί, και προς το τέλος ζειμπέκικα και καρσιλαμάδες. Εμένα μου είχε κολλήσει στο μυαλό το σέικ που έπαιζαν συνεχώς! “Τι ζιζάνιο που είναι η γυναίκα”!. 

Παναγιώτης Αγιακάτσικας

Μέρος Γ'


Παρασκευή 23 Απριλίου 2021

Οι παλιοί μας μουσικοί - Γιώργος Μπούρας


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον Παναγιώτη Αγιακάτσικα και Στρατή Βασίλαρο

 Ο Γιώργος Μπούρας χωρίς αμφιβολία ήταν και είναι ο πιο γνωστός λαϊκός τραγουδιστής/μουσικοσυνθέτης της Λέσβο, άσχετα αν μερικοί που μπήκαν στο κόπο να καταγράψουν για την λαϊκή μουσική παράδοση της Λέσβου τον απαξίωσαν και ούτε καν σχεδόν ποτέ δεν έχουν αναφερθεί στο όνομά του. Αυτοδίδακτος στο μπουζούκι και το ακκορντεόν κατάφερε να γράψει συνθέσεις που ακόμη και σήμερα τραγουδιούνται – που ίσως και να τραγουδήσατε – και περιλαμβάνονται σε λαϊκά ρεπερτόρια μουσικών συγκροτημάτων. Ήταν ο πρώτος Λέσβιος που έκανε επιτυχίες στη δισκογραφία, ανάλογα με τα μικρά δεδομένα του νησιού μας. Ενώ δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι χάρις σε αυτόν κάποια παραδοσιακά της Μυτιλήνης έγιναν πασίγνωστα σε όλο το νησί, καθώς τα είχε κυκλοφορήσει στις αρχές του ’70 σε 45άρια και δεν είναι άλλα από το «Κιούρτικο – Τα Ξύλα», «Το Πιγκί», «Το Γεραγώτικο Συρτό», «Το Γεραγώτικο Μυτιληνιό Συρτό». Η συνέντευξη που του πήραμε στο σπίτι του στο Μεσαγρό δείχνει και τη διαδρομή του Μπούρα στο μουσικό γίγνεσθαι και που μάλλον δεν υπήρξε κάποια παρόμοια για Λέσβιο.

Κύριε Μπούρα πείτε μας τη δικιά σας ιστορία πως ξεκινήσατε ως μουσικός
Εγώ σαν μουσικός ξεκίνησα από τη Καλλονή, από τη Καλλονή είμαι γεννημένος. Ξεκίνησα ρε παιδιά μ’ ένα μαντολίνο. Ξεκινώ με το μαντολίνο ένα διάστημα σε ένα ξάδερφό μου που είχε καφενεδάκι στα Δάφια. Μετά βγήκαν – ακούγω λοιπόν- κάτι τραγούδια που είχαν βγάλει ο Χιώτης, ο Τσιτσάνης, τα παλιά αυτά – «Γιατί στα μάτια με κοιτάτε», «Συννεφιασμένη Κυριακή». Λέγου τι όργανο είναι αυτό που παίζει; Έμεινα κατάπληκτος. Λέγ’ μπουζούκ’ – ποιο είνι του μπουζούκ’;- μ’ το δείξαν σε μια φωτογραφία όταν κατέβηκα μια φορά στ’ Μυτιλήν’. Πριν πάρω μπουζούκι, στη Καλλονή όταν έπαιζα το μαντολίνο, γνώρισα κάποιο πλανόδιο καραγκιοζοπαίχτη που είχε έρθει εκεί και μου λέει αν θέλω να παίξω μαζί του για καμιά εβδομάδα με πληρωμή. Πίσω στα πράματά του είδα ότι είχε ένα κιθαρόμπασο, (όργανο με κιθάρα και μπουζούκι). Του λέω κυρ’ Κώστα θα παίξω όλη τη εβδομάδα και η πλερωμή μου θα είναι το κιθαρομπούζουκο. Εντάξει λέει, άρχισα να παίζω με αυτό. Κατέβκα και στ’ Μυτιλήν’ αγόρασα και ένα τρίχορδο μπουζούκι. Βγαίν’ ύστερα η μόδα το ακκορντεόν, -ω τι να κάνουμε-, το βλέπω πιτσιρικάς, παίρνω ακκόρτεον με δόσεις. Κλείνομαι στο σπίτι τάκα – τούκα μαθαίνω ορισμένα πράματα. Έπαιζα στο ξάδερφό μου, μετά με φώναζαν ρε μαύρε, ρε αραπέλ – ήμπταν μ’κρός α μας παίξ’ κανέ τραγουδάκ’- λέγου δε ξέρου. Ήξηρα μόνου «Κυρά Βαγγιλιό, ένα κρύο νερό». Παίξτο λέγ’, τότες είχαν βγει τα χαρτένια το κόκκινα δεκάρικα παίξε ο ένας παίξε ο άλλος’ γέμσα κόκκινα δεκάρικα. Κατεβαίνω κατόπιν Μυτιλήνη.

Για ποιά εποχή μιλάμε; Αρχές του ’50 ήμουν 19-20 χρονών. Εκεί γνωρίζω ένα τρομερό κιθαρίστα, το Ντάλτη Στράτος. Κοντά του έμαθα τα ακκόρντα. Παίξε ρε το «Μπαρμπουνάκι*» και μου έλεγε όλα τα σχετικά τα ακκόρντα. Μπήκα στο νόημα. Μαζί του έπαιξα ένα χειμώνα σε μια ταβέρνα στο Πάρκο στη Μυτιλήν, πάγαινε η αριστοκρατία. Παίζαμε καντάδες, αυτός έλεγε καντάδες τρομερά, πολύ πράμα, κάτι αρχοντορεμπέτικα.

Όπως το συγκρότημα του Ιατρού; Όχι αυτοί έπαιζαν και κλασσικά πράματα.

Τότες λοιπόν μπήκα στο νόημα με τα ακκοπανιαμέντα. Στο μεταξύ είχα τρομερή μανία και μάθαινα συνεχώς. Όταν γύρισα από το Καναδά το ’64 γράφω τότε και το «Τα νησιώτικά παιδιά, έχουν μάλαμα καρδιά», γράφω «Η Μυτιλήνη και ο Τουρισμός», «Σε θέλω πάντα δίπλα μου»

Μπουζούκι πότε μάθατε; Το 52-53.

Τον Στράτο Αράμπογλου τον είχατε γνωρίσει τότε; Ναι – που το ξέρεις; – Στη Πέτρα, αυτός ήξερε ήδη και έπαιζε. Παίξαμε μαζί οι δυό τότες για ένα διάστημα είχαμι τα «μυαλά τ’πειτνού»! Μετά χωρίσαμε και κατέβηκα και έπαιζα στη Μυτιλήνη.

Με ποιούς παίζατε; Με το Μουφλεζέλ’ για δέκα χρόνια, τότες έπαιζα ακκορντεόν. Σε ένα κέντρο στη Λαγκάδα στο «Βράχο». Μια φορά με το «Τσιτμή» (με αυτό το όνομα ήταν περισσότερο γνωστός ο Γιώργος Μουφλουζέλης) παίζαμε μαζί, έπινε πολύ πιοτό, νάτος πέφτ’ κάτω απ’ τ’ καρέκλα. Ο καταστηματάρχης λέει «Μπούρα» ανέλαβε εσύ. Έπαιζα μπουζούκι, αλλά τότες ακκορντεόν. Ύστερα πως πήγε στην Αθήνα και τα κατάφερε δεν ξέρω.

Έγραφε τραγούδια; Από τότες έγραφε. Μεσ’ τσέπ’ ιτ είχε στίχ’ (ους), εγώ ακόμη τότες δεν είχα ασχοληθεί με τέτοια, δεν τα φιλοσοφούσα τα πράγματα, άλλα γύρευε ο κόσμος.

Εσείς πότε αρχίσατε να γράφετε; Το 58-59 πήγα τα πρώτα τραγούδια στην Αθήνα. Αλλού τα θέλαν αλλού όχι, άστα να τα δούμε, υπήρχε και ο φόβος να τα κλέψουν. Πάω λοιπόν και βρίσκω κάποιον Μυτιληνιό - Πολίτη τον λέγαν - από τη Βατούσα που είχε την Polyphone. Λέγου χουργιανέ έχου φέρ’ κατ’ τραγούδια, μη συστήσαν κάποιοι άλλ’. Η δουλειά που έκανι ήταν ράφτς σε μια στοά μέσα στην Πλατεία Βάθης. Λέγ’ Γιουργάκι θα βγάλουμι του «Μυτιλήν Προυχώρσι Πουλί στο Τουρισμό» (Η Μυτιλήνη και ο Τουρισμός) και στη τύχη. Θα του πεις ισύ μή τ’ Μυτιληνιά τ’ προυφουρά.

Του βάζου του τραγούδ’ μόλις πάου στου τελευταίου του στοιχάκ’ λέγει η μηχανικός θα συ κόψειν. Να αλλάξεις το στίχο - Πω....λέγου. Πάω πίσου στου ξενοδοχείου εκεί απού κάτου απ’ τν Ομόνοια μια τυραννία όλη νύχτα μέχρι του προυί να ψάχνω να βρω του τελευταίου στίχου.

Και λέγου του τελευταίου στίχου «Έχει και αεροπλάνου στ’ Μυτιλήν’ μας τώρα πια, μας πέρν’ πουλλά πουλλά φραγκέλια αλλά μας εξυπηρετά. Ομόρφι η Μυτιλήν’ και ακόμη πιο όμορφη θα γίν’». Πάγου σαν αύριου τσι λέγου Πολίτη – έτσι τον λέγαν – ξεκινάμι, χτυπάμε του τραγούδ’.

Λέγ’ η μηχανικός «αυτός είσι»

Είχατε και τη λογοκρισία; Ε βέβαια, ήταν επί δικτακτορίας.

Από τη Β’ μεριά του μικρού δίσκου ποιό τραγούδι είχατε; «Όμορφη είναι η ζωή μας»

Οι μουσικοί που συμμετείχαν ήταν Μυτιληνιοί; Όχι απ’ την Αθήνα. Εγώ έπαιζα μπουζούκι και ο Χρήστος Νικολόπουλος πιτσιρικάς έκανε «τέρτσα» ρωτούσε πως γράφεις τα τραγούδια;

Αυτό έγινε επιτυχία τότε; Τότες πούλησε 150.000 κομμάτια, το αγόραζαν ακόμη και οι ξένοι και οι Αθηναίοι. Ύστερα έγραψα «Να ζήσ’ η Μυτιλήν’ μας» από την άλλη «Όσο θα στέκω στα δυό μου πόδια», «Σε θέλω πάντα δίπλα μου», «Πολλές ξαθιές γυρεύουν». Στίχοι και μουσική όλα δικά μου.

Είχατε βγάλει και τα οργανικά, τα Μυτιληνιά. Σε ένα από αυτά υπάρχει και ένα πολύ ωραίο ταξίμι βιολί, ποιός παίζει; Ο Πολιχνιάτης Τάσος Κουλούρης, Θειός σχουρέστον, το νησιώτικο το τραβάει το βιολί. Μετά από όλα αυτά τραγούδια που έβγαλα έκανα πολλά ταξίδια στο εξωτερικό πήγα δυο φορές Αυστραλία, δυο φορές Καναδά, Γερμανία, Βέλγιο. Μια φορά στην Αυστραλία οι διοργανωτές είχαν γεμίσει δύο τσβάλια από δολάρια από τις εισπράξεις των εισιτηρίων...Όταν πήγαινα εκεί όλοι οι έλληνες είχαν τα τραγούδια μου, τα ξέραν απ’ έξω και ανακατωτά. Μια φορά η Μυτιληνιά συνοικία είχε κάνει εκδήλωση, είχε βάλει και αφίσες, του βράδ’ δεν είχε να βάλει βελόνα μέσα στο κέντρου.

Πόσα χρόνια είναι που γυρίσατε από την Αθήνα; Είναι πάνω από 20 χρόνια.

Στην Αθήνα με ποια ονόματα παίξατε; Δεν είχα ονόματα. Όνομα ήμταν ιγώ. Άμα πήγαινα στο μπαράκ’ (καφενείο μουσικών) Μπούρα...Μπούρα καμιά δουλειά...Να ακουμπήσουν στ’ όνομα γι αθρώπ’. Πιάναν τα όργανα και δεν ξέραν που πάν τα τέσσερα. Ο Μπούρας τραβούσε τουν έρμουτ’. Η Αθήνα ήταν γεμάτη από Μυτιληνιούς, Σμυρνούς, Κωνσταντινοπολίτες. Παίξε έλεγαν τα δικά μας τα παλιά. Δεν ξέραν οι αθρώπ’ να παίξιν γρουτζανούσαν τα όργανα. Ο κόσμος χόρευε επάνω στο μπουζούκ, ιγώ στου ρυθμό είμι τούρκος! Άσι τι βρουντούσαν αυτοί από πίσου.

Και οι αδερφοί σας μουσικοί δεν είναι; Ο Στέλιος παίζει ντραμς, ο Θανάσης, μπουζούκι, κιθάρα, σαξόφωνο, με το Μανώλης και το Νίκου έπαιξα. Ιγώ τσ’ έβγαλα. Η γυναίκα μ’ τσ’ έπληνι. Τσ’ ταγίζαμι, τσ’ πουτίζαμι, τσ μάθαμι κι όργανα. Είχαμε μείνει ορφανοί.

Για πέστε μας για την καταγωγή σας.  Η πατέρας ιμ η Πέτρους ήταν αντάρτς στουν εμφύλιο. Ήταν πρόσφυγας απ’ το Τσεσμέ (πόλη απέναντι από τη Χίο). Ήταν κτηνοτρόφος, γεωργός, έτσι τον γνώρισα. Ο κόσμος την εποχή εκείνη είχε χωρισθεί σε δύο στρατόπεδα, πήγε στο ΕΛΑΣ ξαναγύρισε ξαναπήγε, τουν σκουτώσαν στ’ Καλλονή. Έκανε καλά πράματα ακόμη και σήμερα τον θυμούνται και δακρύζουν. Τον είχαν γράψ και σε βιβλίο. Τη μάνα τη θυμάμαι – ήμουν μικρός- όταν έπαθε φυματίωση και πέθανε στο νοσοκομείο στην Αγιάσο. Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν δεκατεσσάρων χρονών. Ήμασταν έξη αδερφέλια και εγώ ο μεγαλύτερος. Τότε στον εμφύλιο είχαμι περιουσία, διακόσια πρόβατα, βόδια. Τα σπίτια μας τα κάψαν και μας τα πήραν.

Ύστερα ο Θανάσης λέγ’ θα πάγου μη τουν Ιατρού και τον Χαράλαμπο το Γιάννου, και ο Σιμιτσής  ο Παναγιώτης έπαιζε με αυτούς. Έπαιζαν ευρωπαϊκά, ιταλικά. Εγώ ήμουν λαϊκός, έπαιζα στο «Βράχο», η λαϊκούρα δε πέθαινε, ιμείς χτυπούσαμι κασμά....του είχαμι του χαντάκ’ δεν άδειαζι του χώμα. Εμείς βροντούσαμι εκεί. Η λαϊκούρα θα ερχόταν με τ λασπωμέν’ τν αρβύλα θα διέταζι, βάλε ρε του «Τσανταρμά!*» βάλι να χουρέψου του «Χαρμάνταλι*», φασούλ’ φασούλ’ τα βουλεύαμι. Τι θα λέμε λόγια;

Με το Μπάνο το Θωμαΐδη πόσο καιρό παίξατε; Ιστορία μας, καλό παιδί, ωραίος, παίξαμε καμιά δεκαριά χρόνια μαζί. Αρχή ’γω τον έβγαλα κι αυτόν. Όταν τον γνώρισα τραγούδαγε «Η κοινωνία με κατακρίνει». Τον δοκιμάζω, του λέω πες ένα τραγούδι. Είχε ένα βιμπράτο ωραίο και έπαιζε επάνω στο ρυθμό με τη κιθάρα, λέγου μες του νου μ’, εσύ γίνισι. Μόλις αρχίσαμε και παίζαμε μαζί, ξαφνικά τον χάνω – φεύγει Γερμανία – έρχεται πίσω μετά από πολλά χρόνια. Με πέρν’ τηλέφωνο να ξαναπαίξουμε – είχα έρθει και τότες από Αθήνα – είχε ξεχάσει πως να παίζει κιθάρα. Τσίκι – τσίκι τον πλακώνω στις πρόβες και έτσι ξεκινήσαμε σαν ντουέτο οι δυό μας.

Τραγούδια σας ποιοί τραγουδήσανε; Τα έδινα σε εταιρεία και τα τραγούδησαν πολλοί, ο Μαργαρίτης, ο Κόλλιας που σκοτώθηκε «Αν σε χάσω αν», «Γυναίκα ποιός σε έπλασε» το λέει και ο Μαρίνος, «Απαλλάχτηκα από σένα», πολλά τραγούδια, ποιός τα θμάτε ρε, «Δεν κόβω εγώ τις τρέλες μου», «Εγώ θα γίνω άγιος», «Εμείς οι ναυτικοί». Και τώρα ακόμη έχω πάρα πολλά τραγούδια καινούργια για να κάνει κάποιος δίσκο.

Εδώ στο σημείο αυτό τελείωσε και η συζήτησή μας

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες, ΓΕΡΑ και Αιολικά Νέα το 2005

*Παραδοσιακοί σκοποί Μυτιλήνης

Γιώργος Μπούρας στο Σπλέντιτ στο Παπάδο

Αφίσα, καταχώρηση στην εφημερίδα Νέα Πατρίδα της Αυστραλίας 23 Οκτωβρίου 1983.

Από τη συνέντευξη μαζί ο Στρατής Βασίλαρος


Δίσκος του Γιώργου Μπούρα


Ο Παλιός Ζεϊμπέκικος χορός στη Bόρεια Λέσβο

  Ο Παλιός Ζεϊμπέκικος χορός στη B όρεια Λέσβο (Αποσπάσματα από το βιβλίο του Στρατή Μυριβήλη “ O Βασίλης ο Αρβανίτης”) » Ανέβαιναν μαύροι...